Το ότι η αριστερά οικειοποιήθηκε από τις απαρχές της συγκρότησής της το θρησκευτικό λεξιλόγιο είναι γνωστό και χιλιοειπωμένο. Την καθημερινή χρήση των όρων της θρησκείας και της εκκλησίας συνεχίζει τόσο η ίδια όσο και οι εχθροί της: «ανήκω», «πιστός», «ορθοδοξία», «αποκήρυξη», «δήλωση μετανοίας», «προσηλυτισμός», «κατήχηση», «αποστασία». Στην αποστασία, εκτός της πρωταρχικής έννοιας -απομάκρυνση από μια θρησκεία και ένα εκκλησιαστικό ποίμνιο- η ελληνική αριστερά αποδίδει την επανάληψη της ιστορίας, των Ιουλιανών του 1965, που εκτυλίσσονται κατά τη γνώμη της ξανά και ξανά. Και για τα οποία στοιχηματίζω ότι η νεότερη γενιά των Συριζέων δεν ξέρει τίποτα πέρα από φήμες και κουτσομπολιά που έχει ακούσει από την παλιά γενιά.
Αποχωρήσεις βουλευτών από κόμματα συνέβαιναν και θα συμβαίνουν όσο οι άνθρωποι έχουν ατομική σκέψη και ατομικά συμφέροντα. Αλλά για να «αποστατήσεις», πρέπει πρώτα να ασπαστείς μια πίστη: το ισλάμ, τον χριστιανισμό, τον κομμουνισμό. Η διαφοροποίηση από μια κομματική συνεργασία δεν αποτελεί πράξη αποστασίας – ιδιαίτερα όταν τα συνεργαζόμενα κόμματα έχουν, θεωρητικά, θεμελιώδεις ιδεολογικές διαφορές. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί για αποστασία όσους τον εγκαταλείπουν αλλά χειροκροτεί όσους εγκαταλείπουν άλλα κόμματα για να προσχωρήσουν σε αυτόν. Πράγμα που σημαίνει: όποιος προσχωρεί στον ΣΥΡΙΖΑ βλέπει το φως.
Πρόκειται για την παραδοσιακή κουλτούρα του ΚΚΕ που κατέστρεψε, επί έναν αιώνα, ανθρώπινες ζωές, ταπεινώνοντας, συκοφαντώντας και εξοστρακίζοντας οποιονδήποτε θεωρούσε «αποστάτη». Όχι ότι αυτό είναι δυνατό σήμερα – δεν είναι. Δεν είναι δυνατό με τη βιαιότητα και τις καταστροφές που επέσυρε παλιότερα. Ωστόσο, παραμένει ηθικά αποδεκτή η απόρριψη οποιουδήποτε διαφωνεί, «χάνει την πίστη του» ή ωριμάζει τόσο ώστε δεν μπορεί να αποδεχθεί την ιδεολογία και την πολιτική του παρελθόντος.
      
Στην παράδοση της αριστεράς, οι πρώην ομοϊδεάτες είτε έχουν ταπεινά κίνητρα (οικονομικά, κοινωνικές φιλοδοξίες), είτε έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου από τους εχθρούς, είτε, απλούστατα, είναι καθάρματα και χαφιέδες. Η πράξη τους είναι κολάσιμη: όπως οι θρησκείες, τα κομμουνιστικά κόμματα αντιδρούσαν -και στην περίπτωση του δικού μας, εγχώριου, σταλινικού υπολείμματος αντιδρούν ακόμα- με διακοπή της επικοινωνίας, με μια μορφή αφορισμού και, φυσικά, με την επιθυμία, που κάποτε πραγματοποιούνταν, της φυσικής εξόντωσης του αποστάτη. Μερικοί πρώην κομμουνιστές, που δεν αποκήρυτταν το δόγμα αλλά υποτίθεται ότι το παρέφθειραν, δεν ονομάζονταν αποστάτες, ονομάζονταν αιρετικοί – και συχνά η τιμωρία τους ήταν σκληρότερη από εκείνη των αποστατών. Η ιστορία όλων των κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά και πάλι σε ακραίο βαθμό η ιστορία του ΚΚΕ, καταδεικνύει πώς οι παραλλαγές της ιδεολογίας -τροτσκισμός, αρχειομαρξισμός, ρεφορμισμός- θεωρούνταν κατά καιρούς τα πιο θανάσιμα αμαρτήματα. Όποιος δεν επεδείκνυε τυφλή πίστη στην κομματική ορθοδοξία είτε οδηγούνταν στην αγκαλιά του εχθρού, ο οποίος φρόντιζε να τον βγάλει από τη μέση, είτε τον έβγαζε από τη μέση το ίδιο το ΚΚΕ. Για τον καλό σκοπό.
Σε αυτή τη νοοτροπία προστίθεται το ιστορικό επεισόδιο των Ιουλιανών που περιγράφηκαν ως «Αποστασία»: το ότι, το καλοκαίρι του 1965, 45 βουλευτές από την Ένωση Κέντρου παραιτήθηκαν υποκύπτοντας στις επιθυμίες του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος επέμενε ότι ο θρόνος συνιστούσε τον θεσμικό και πολιτικό εγγυητή του καθεστώτος. Στη διελκυστίνδα μεταξύ μοναρχίας και Ένωσης Κέντρου, η Ένωση Κέντρου έχασε και ο βασιλιάς τίναξε στον αέρα την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, ο αυξανόμενος ρόλος του αναπληρωτή υπουργού Συντονισμού Ανδρέα Παπανδρέου που εμφανιζόταν ως φορέας πιο ριζοσπαστικών αντιλήψεων και αντιαμερικανισμού, καθώς και η σταθερή επιτυχία της ΕΔΑ στη νεολαία μετά την ίδρυση της Νεολαίας Λαμπράκη, προκαλούσαν ανησυχία στα συντηρητικά στελέχη της Ένωσης Κέντρου (όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Σταύρος Κωστόπουλος, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ο Γεώργιος Αθανασιάδης Νόβας, ο στρατιωτικός Ιωάννης Τούμπας, αργότερα ολίγον γεφυροποιός με τους συνταγματάρχες του "67 κτλ.) Οι Αμερικανοί ήταν υπέρ συμβιβαστικής λύσης, υπό τον όρον να μη «κομματικοποιήσει» η Ένωση Κέντρου τον στρατό: αυτή ήταν φοβία και η πολιτική του Ψυχρού Πολέμου· οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονταν για το ποιος θα είναι στην κυβέρνηση· ενδιαφέρονταν για το αντικομμουνιστικό φρόνημα των ενόπλων δυνάμεων προκειμένου να παίζουν τον ρόλο τους στον ΝΑΤΟ. Πάντως, στις 15 Ιουλίου, μόλις ξέσπασε η κοινοβουλευτική κρίση οι ΗΠΑ στήριξαν τις προσπάθειες να παρεμποδιστεί η επάνοδος του Γεωργίου Παπανδρέου στην εξουσία.
Ήταν μια εποχή όπου όλα ήταν διαφορετικά. Όλα. Τότε δεν θα μπορούσε να υπάρξει αντίστοιχη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ: μιλάμε συχνά για το σημερινό εμφυλιοπολεμικό κλίμα, αλλά δεν υπάρχει σύγκριση με το 1965, μολονότι τότε οι άνθρωποι ήταν πολύ ταλαιπωρημένοι από τον εμφύλιο και τις αναμνήσεις του. Το ΚΚΕ πίεζε αφόρητα την ΕΔΑ σε κινήσεις ιδεολογικού και προσωπικού μίσους, όπως η παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και των πρώην υπουργών Π. Παπαληγούρα, Ν. Μάρτη, Α. Πρωτοπαπαδάκη και Δ. Χελμή για την υπόθεση της ηλεκτροδότησης από τη ΔΕΗ του εργοστασίου της «Πεσινέ» και την κατασκευή του φράγματος του Μέγδοβα. Η υπόθεση δεν εκδικάστηκε ποτέ αλλά δηλητηρίασε περισσότερο την τοξική ατμόσφαιρα. Οι διαφωνίες, ωστόσο, ανάμεσα στον Γεώργιο Παπανδρέου και στους 45 είχαν ποσοτικό, όχι ποιοτικό χαρακτήρα: «πόσο» άνοιγμα προς την αριστερά, «πόσο» εκδημοκρατισμό των θεσμών· «πόσες» κοινωνικές δαπάνες; Και: υπήρχε πράγματι «κομμουνιστικός κίνδυνος»; Μάλλον όχι, αν εκσυγχρονιζόταν η κοινωνία· αν η Ελλάδα όδευε όπως όλες οι ευρωπαϊκές χώρες σε μια μορφή σοσιαλδημοκρατίας (ήδη είχε ψηφιστεί η πολιτική οικονομικών παροχών) και μεταρρύθμισης της μοναρχίας, ακόμα κι αν δεν ετίθετο πολιτειακό ζήτημα. Η «αποστασία» ήταν αποτέλεσμα μιας πολιτικής μη συμβιβασμών: ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν υποχώρησε στην απαίτηση του Κωνσταντίνου να ελέγχει ολοκληρωτικά το στράτευμα, οι 45 δεν στήριξαν τον Παπανδρέου και τελικά ο Κωνσταντίνος εγκατέστησε κυβέρνηση βασιλοφρόνων.      
Εκ του αποτελέσματος -πολιτική αστάθεια, βίαιες ταραχές στους δρόμους, πραξικόπημα του 1967- απεδείχθη ότι η αποχώρηση των βουλευτών ήταν κίνηση πολιτικής ανωριμότητας και ελληνοπρεπούς γαϊδουρινού πείσματος. Όλα έχουν αλλάξει εκτός από την ανωριμότητα και το γαϊδουρινό πείσμα.