Τα νοκάουτ παιχνίδια του Μουντιάλ ξεκίνησαν το Σάββατο με την αναμέτρηση δυο πολυσυζητημένων παικτών, που δεν κάνουν καριέρα ως συμπαθητικοί. Η Πορτογαλία του Κριστιάνο Ρονάλντο αντιμετώπισε την Ουρουγουάη του Λουίς Σουάρες – το ίνδαλμα της Ρεάλ Μαδρίτης συνάντησε τον υπαρχηγό του Λίο Μέσι στην Μπαρτσελόνα. Ο αποκλεισμός του ενός έκανε πολύ κόσμο να χαρεί.

Δύναμη

Ο Ρονάλντο αντλεί δύναμη από την αντιπάθεια του κόσμου και για αυτό έχουν γραφτεί ακόμα και βιβλία, αλλά και ο Σουάρες είναι μια σπάνια περίπτωση σουπερστάρ που πουλάει τρέλα. Το Μουντιάλ της Βραζιλίας, αν και είχε ματς περισσότερο θεαματικά από το φετινό, πέρασε στην ποδοσφαιρική ιστορία για ελάχιστα. Η στιγμή που ο Σουάρες δάγκωσε τον αμυντικό της Σκουάντρα Ατζούρα Τζίορτζιο Κιελίνι ανήκει στην κατηγορία των αξέχαστων περιστατικών. Μεταξύ 2011 και 2014 ο Σουάρες είχε δαγκώσει αμυντικούς που τον αντιμετώπιζαν τρεις φορές: πριν από τον Κιελίνι είχε την ίδια τύχη ο Μπράνισλαβ Ιβάνοβιτς της Τσέλσι, τον οποίο ο Σουάρες είχε δαγκώσει ως παίκτης της Λίβερπουλ, κι έναν χρόνο νωρίτερα ο Ουρουγουανός όταν αγωνιζόταν στον Αγιαξ είχε κάνει κάτι ανάλογο στον αμυντικό της PSV Οτμαν Μπακάλ. Οχι τυχαία, αυτοί και άλλοι πολλοί, τον έβλεπαν σαν ένα είδος κόμη Δράκουλα, όπως δηλαδή παρουσιάζεται στο σκίτσο της Εφης Ξένου.

Ψυχίατροι

Πώς είναι δυνατόν ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος να κάνει τέτοια πράγματα και μάλιστα σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση είναι κάτι που θα "πρεπε να απασχολήσει επιστημονικό συνέδριο ψυχιάτρων. Η δική μου εντύπωση είναι ότι αυτές οι πράξεις σχετίζονται συχνά με την παιδική ηλικία του κάθε ποδοσφαιριστή: το ποδόσφαιρο είναι μάλλον ο πιο εύκολος τρόπος για να παραμείνεις παιδί κι ο Σουάρες υπήρξε λιγάκι παλιόπαιδο. Γεννήθηκε στο Σάλτο της Ουρουγουάης κι άρχισε να αγωνίζεται στην ομάδα Νέων της Νασιονάλ στα 14 του. Στα 15 του, σε έναν αγώνα, χτύπησε με το κεφάλι του τον διαιτητή της αναμέτρησης και αποβλήθηκε. Λίγους μήνες αργότερα, συνελήφθη από την αστυνομία χαράματα μεθυσμένος σε ένα πάρτι, κι ο τότε προπονητής του τον απείλησε πως αν δεν πάρει σοβαρά το ποδόσφαιρο και δεν μάθει να κοιμάται νωρίς, δεν θα ξαναπαίξει ποτέ του στην ομάδα. Παρ" όλα αυτά, τον Μάιο του 2005, σε ηλικία 18 ετών, έκανε το ντεμπούτο με τους μεγάλους της Νασιονάλ ενάντια στην ομάδα Τζούνιορ Ντε Μπαρακουίλα στο Κόπα Λιμπερταδόρες και στο τέλος εκείνης της χρονιάς, έχοντας πετύχει 10 γκολ σε 27 παιχνίδια, έγινε στόχος των σκάουτερ της ολλανδικής Χρόνιγκεν, οι οποίοι αρχικά είχαν πάει για να παρακολουθήσουν έναν άλλο ποδοσφαιριστή. Στα 19 του έπαιξε στην Ολλανδία βάζοντας γκολ και κάνοντας πειθαρχικά παραπτώματα – αυτό είναι η ζωή του σε σύνθεση.

Κανίβαλος

Για να φύγει από τη Χρόνιγκεν και να πάει στον Αγιαξ δεν δίστασε να οδηγήσει τη Χρόνιγκεν, την ομάδα που τον έφερε στην Ευρώπη, στα δικαστήρια. Την απείλησε ότι θα κόψει το ποδόσφαιρο. Στον Αγιαξ βρήκε τον Μάρκο φαν Μπάστεν, που ως προπονητής του έμαθε πολλά, όχι όμως και το πώς θα αλλάξει συμπεριφορά. Το 2008 τσακώθηκε με έναν συμπαίκτη του, τον Αλμπερτ Λούκε, που δεν τον άφηνε να χτυπήσει ένα φάουλ. Πριν δαγκώσει τον Μπακάλ (κι αποκτήσει από την «Ντε Τέλεγκραφ» τον χαρακτηρισμό ο «Κανίβαλος του Αγιαξ») είχε αποβληθεί για καβγάδες τρεις φορές. Μετά το δάγκωμα τιμωρήθηκε με επτά αγωνιστικές και οι άνθρωποι του Αγιαξ, σοκαρισμένοι από το περιστατικό, του έριξαν άλλες δυο! Θύμωσε, ζήτησε μεταγραφή και πήγε στη Λίβερπουλ, όπου συνέχισε να σκοράρει και να δαγκώνει. Κι αφού δάγκωσε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας και τον Κιελίνι (και τιμωρήθηκε με αποκλεισμό πέντε μηνών από τα γήπεδα…) πήγε στην Μπαρτσελόνα. Οπου έχει κάνει πολλά, αλλά ακόμα δεν έχει δαγκώσει ούτε συμπαίκτη, ούτε αντίπαλο.

Κίνητρο

Μπορεί ένας ποδοσφαιριστής σουπερστάρ να επιδιώκει να είναι αντιπαθής; Οι ιστορίες του Ρονάλντο, αλλά και του Σουάρες, αποδεικνύουν πως αν βάζεις γκολ και είσαι χρήσιμος, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις: οι διοικήσεις θα σε δικαιολογούν, οι προπονητές θα σε νουθετούν επιδιώκοντας μια καλή σχέση μαζί σου και οι συμπαίκτες σου μπορεί να γελάνε με τις συμπεριφορές σου, αλλά πάντα θα μιλάνε για σένα δημόσια σαν να είσαι ένα μεγάλο παραστρατημένο παιδί. Το ενδιαφέρον στις ιστορίες αυτές είναι ότι η αντιπάθεια λειτουργεί σαν ένα είδος παράξενου κινήτρου: και ο Ρονάλντο και ο Σουάρες δίνουν συχνά την εντύπωση ότι αγωνίζονται για να αποδείξουν στον κόσμο ότι κακώς τους αντιπαθεί – για την ακρίβεια, προσπαθούν να κάνουν το μεγάλο κοινό να αναγνωρίσει την αξία τους αφήνοντας κατά μέρος κρίσεις που αφορούν τον χαρακτήρα τους. Το σλογκανάκι του Ρονάλντο («η αγάπη σας μου δίνει δύναμη, το μίσος σας με κάνει ασταμάτητο») είναι ενδεικτικό τού πώς ο άνθρωπος σκέφτεται. Δεν νιώθει απλά την ευχαρίστηση να παίξει για το κοινό που τον αγαπά, αλλά παίζει και για να υποχρεώσει όποιον τον μισεί να αλλάξει γνώμη. Ή να τρελαθεί από τα νεύρα του.

Λάθη

Εχω πάντα την υποψία ότι και ο Ρονάλντο και ο Σουάρες υπηρετούν έναν ρόλο που έφτιαξαν στα μέτρα τους οι ίδιοι. Στην πραγματικότητα, στη ζωή τους υπάρχουν δεκάδες ιστορίες που προκαλούν συμπάθεια. Ο Ρονάλντο με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε πλήρωσε την εγγύηση για να βγάλει από τη φυλακή τον αδελφό του – στη συνέχεια βοήθησε τον πατέρα του να κάνει αποτοξίνωση. Σήμερα, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους σταρ του κόσμου, πηγαίνει διακοπές με τη μητέρα του, ενώ χρηματοδοτεί και αρκετούς φιλανθρωπικούς οργανισμούς χωρίς να το λέει. Ο Σουάρες, από την άλλη, βοηθά δεκάδες οικογένειες στο Σάλτο, όπου είναι ένα είδος τοπικού αγίου. Δεν είναι επίσης τόσο σκληρός όσο θέλει να φαίνεται: στην Μπαρτσελόνα πήγε για να κάνει το χατίρι της γυναίκας του που είναι από εκεί και που λέγεται πως κάνει κουμάντο για τα πάντα στη ζωή του. Οι παίκτες αυτοί θέλουν και προβάλλουν πλευρές του εαυτού τους – επιδιώκουν να γίνονται θέματα συζήτησης, χαίρονται να προκαλούν. Αν κρίνω από το πώς έχει εξελιχθεί η καριέρα τους, μάλλον έχουν κάνει τα πάντα σωστά, ακόμα κι αν έκαναν λάθη που άλλους θα τους είχαν λυγίσει. Οι τύποι δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους: αντλούν από αυτά δύναμη.