Πιστεύω στη σημασία και στην ανάγκη στρατηγικής συνεργασίας και συνεννόησης της Ελλάδας με την Αλβανία και με τον αλβανικό παράγοντα στα Βαλκάνια. Η συνεργασία και η συνεννόηση όμως σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τα Τίρανα. Δυστυχώς,  η  μέχρι πρότινος λαϊκίστικη και παρορμητική πολιτική της αποτέλεσε ένα μεγάλο εμπόδιο στην κατεύθυνση αυτή.
Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσω τη σκοπιμότητα και τη χρησιμότητα για τη μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία μας με τη Δημοκρατία του Κοσόβου. Ευτυχώς, οι σχέσεις μας αναπτύσσονται σε πολλούς τομείς κοινού ενδιαφέροντος και συμφέροντος. Η εκ μέρους της Ελλάδος αναγνώριση της Δημοκρατίας του Κοσόβου αποτελεί μείζονα πολιτική πράξη στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Υπό μια αυτονόητη προϋπόθεση: ότι θα εξυπηρετούσε τα εθνικά μας συμφέροντα. Τη στιγμή αυτή, όπως τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι τις ισορροπίες και τον συσχετισμό δυνάμεων, οι σχέσεις Αθηνών – Πρίστινας τελούν υπό ένα καθεστώς ιδιότυπης ομηρείας. Σε μεγάλο βαθμό, όμως, επηρεάζονται από την ατμόσφαιρα και το κλίμα που επικρατεί στις σχέσεις μεταξύ Αθηνών και Τιράνων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Καθοριστικής σημασίας είναι η σοβαρότητα, την οποία η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα της γειτονικής Αλβανίας θα θελήσουν να επιδείξουν για να γυρίσουμε τη σελίδα του παρελθόντος και να στραφούμε επιτέλους προς το μέλλον. Επιπλέον, η Ελλάδα διατηρεί, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ισχυρούς διαύλους επικοινωνίας και σχέσεις εμπιστοσύνης με τους Αλβανούς της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Η αναζήτηση λύσεων στα σοβαρά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής Εθνικής Ασφαλείας γενικότερα, προϋποθέτουν το αυτονόητο· τη θεσμική γνώση σε βάθος χρόνου, συνέχεια και συνέπεια. Οπως έχει δείξει η δική μας εμπειρία, πρόσφατη και παλαιότερη, όσο μικρότερος είναι ο βαθμός συνεννόησης του πολιτικού μας συστήματος τόσο δυσχερέστερη γίνεται η ουσιαστική αντιμετώπιση και κυρίως η αναζήτηση λύσεων σε αυτά που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε εθνικά θέματα. Η γενική αυτή διαπίστωση έχει κατεξοχήν συνάφεια με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε και τη δρομολόγηση αναζήτησης λύσεων στα υπαρκτά ζητήματα με την Αλβανία. Αρχίζω, λοιπόν, από το αυτονόητο, που είναι συνάμα όμως και το επιδιωκόμενο, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα αυτονόητα στην Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Η εσωτερική πολιτική συνοχή συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων μας. Στη θέση και υπό τις συνθήκες που βρίσκεται η Ελλάδα, η συνεννόηση και ο διάλογος μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και παρατάξεων αποτελούν τον απαραίτητο και αναγκαίο πολλαπλασιαστή ισχύος. Φοβούμαι όμως ότι, παρά την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, η ανικανότητά μας να μάθουμε από τα παθήματά μας εξακολουθεί να παραμένει ο δυσκολότερος στόχος.
Εδώ, στα Βαλκάνια κάποτε ήμασταν ή εν πάση περιπτώσει πιστεύαμε ότι ήμασταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Κυρίως μέσω της οικονομικής μας δύναμης και εξωστρέφειας και λιγότερο λόγω των πολιτικών μας επιλογών ή θέσεων. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ οικονομικής και εθνικής καταστροφής. Ιδιαίτερα σε μια χώρα, όπως είναι την τελευταία οκταετία η Ελλάδα, όπου η εθνική κυριαρχία είναι περιορισμένη, με τη δική μας μάλιστα υπογραφή. Συνεπώς δεν υπάρχουν δύο κατηγορίες περιορισμού της κυριαρχίας. Η περιορισμένη οικονομική κυριαρχία προσδιορίζει και τον περιορισμό της εθνικής μας κυριαρχίας. Αυτό είναι το θεμελιώδες, σήμερα, εθνικό μας ζήτημα.
Ο Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς είναι πρέσβης επί τιμή