Η συνάντηση των προέδρων της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν και των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα πραγματοποιηθεί στις 16 Ιουλίου στο Ελσίνκι, όπως ανακοινώθηκε ταυτόχρονα από το Κρεμλίνο και τον Λευκό Οίκο, και όπως φυσικό, αναμένεται να συγκεντρώσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Η συνάντηση αυτή, όπως ανακοίνωσε την Πέμπτη ο σύμβουλος του Ρώσου προέδρου Γιούρι Ουσακόφ θα διαρκέσει μερικές ώρες, λόγω των πολλών θεμάτων που θα συζητήσουν οι δύο ηγέτες, όπως είναι η στρατηγική σταθερότητα, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η κατάσταση στην Συρία και την Ουκρανία και οι διμερείς σχέσεις.

Ωστόσο παρά την πληθώρα των θεμάτων που θα συζητηθούν, καμία πλευρά δεν αναμένει να υπάρξει κάποια μεγάλη τομή στην συνάντηση αυτή. Την ίδια άποψη εκφράζουν και κορυφαίοι Ρώσοι  εμπειρογνώμονες, παρόλο που όλοι τους επισημαίνουν, όπως γράφει η εφημερίδα  RBK, την σημασία της συνάντησης αυτής.      
               
Και τούτο συμβαίνει επειδή στα περισσότερα θέματα, τα οποία θα συζητήσουν οι δύο ηγέτες Μόσχα και Ουάσιγκτον έχουν σοβαρές διαφωνίες. Στα ζητήματα στρατηγικής σταθερότητας, ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι παραβιάζει την Συνθήκη για την εξάλειψη των πυραύλων μέσου και μικρού βεληνεκούς (INF Treaty), ότι ευθύνεται επειδή δεν παρατάθηκε η Συνθήκη για την μείωση των στρατηγικών επιθετικών εξοπλισμών (START), ενώ ασκούν κριτική ο ένας στον άλλος στα θέματα της Συρίας και της Ουκρανίας.    

Ο γενικός διευθυντής του Ρωσικού Συμβουλίου διεθνών υποθέσεων Αντρέι Κορτουνόφ, αναφερόμενος στην επικείμενη συνάντηση κορυφής, δηλώνει  στην εφημερίδα RBK, ότι η συνάντηση αυτή επιδιώχθηκε με πρωτοβουλία της Ουάσιγκτον. Πρώτον, γιατί  κατά την άποψη της αμερικανικής κυβέρνησης, η συνάντηση κορυφής μπορεί να αποτελέσει συνέχεια της διπλωματικής επιτυχίας, μετά την συνάντηση Τραμπ με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιόν Ουν, στην  Σιγκαπούρη.

Δεύτερον, λέει ο Κορτουνόφ, μια μεγάλη επιτυχία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να ενισχύσει  τις θέσεις των ρεπουμπλικάνων στις μεσοεκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης του  με τον Πούτιν, ο Τραμπ θέλει να έχει την δυνατότητα, «να διαβεβαιώσει και τους υποστηρικτές του και τους αντιπάλους του για το ότι στις εκλογές αυτές η Ρωσία δεν προτίθεται να παρέμβει».

Και τέλος προϋπόθεση για την συνάντηση είναι τα ζητήματα που απαιτούν άμεση επίλυση και τα οποία συσσωρεύτηκαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Πρόκειται για παράδειγμα, για την Συνθήκη για την εξάλειψη των πυραύλων μέσου και μικρού βεληνεκούς (INF Treaty) από την οποία στο αμερικανικό Κογκρέσο σκέφτονται να αποχωρήσουν. Εκτός των άλλων πλησιάζει η λήξη της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να παραταθεί η ισχύς της Συνθήκης για την μείωση των στρατηγικών επιθετικών εξοπλισμών (START).       

Ο γνωστός Ρώσος πολιτειολόγος και διευθυντής του περιοδικού Russia In Global Affairs Φιόντορ Λουκιάνοφ, δηλώνει στην εφημερίδα Vedomosti,  ότι αποτέλεσμα της συνάντησης Πούτιν –Τραμπ μπορεί να είναι μια κοινή διακήρυξη που θα έχει τον χαρακτήρα πλαισίου, παρόμοια με αυτή που είχε υπογράψει ο Πούτιν με τον Αμερικανό πρώην πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον νεότερο το 2001.   

Ωστόσο ο Λουκιάνοφ επισημαίνει ότι δεν θα πρέπει να αναμένει κανείς ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών θα βελτιωθούν μετά την συνάντηση κορυφής. «Θα μιλούσα για εξομάλυνση όχι ακριβώς των σχέσεων, αλλά των επαφών. Εχει διαμορφωθεί μια μη υγιής και μη φυσιολογική κατάσταση, όταν δεν υπάρχει φυσιολογική επικοινωνία μεταξύ των ηγεσιών των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων. Κάτι τέτοιο δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν, ούτε και στην περίοδο του ψυχρού πολέμου», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Λουκιάνοφ.        

Σύμφωνα με πηγή προσκείμενη στο ρωσικό υπουργείο Αμυνας, είναι πιθανόν, στην κοινή διακήρυξη, να επισημαίνεται η αναγκαιότητα της ύπαρξης διαλόγου στον τομέα της στρατηγικής σταθερότητας, δηλαδή στον τομέα που αφορά τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών. Κάτι τέτοιο σύμφωνα με την ίδια πηγή μπορεί να ανοίξει τον δρόμο των διαπραγματεύσεων για την τύχη που θα έχουν οι ισχύουσες συνθήκες στον τομέα αυτό.      

Ο πολιτειολόγος Γιεβγκένι Μίντσενκο, είναι βέβαιος ότι ο Τραμπ, για την συνάντηση του αυτή με τον Πούτιν θα βρεθεί στο στόχαστρο της κριτικής μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα όμως, διαπιστώνει ότι το τελευταίο διάστημα η θέση του Τραμπ στο εσωτερικό της χώρας έχει ενισχυθεί σημαντικά, καθώς αυξήθηκε η δημοτικότητα του, ενώ η οικονομία βρίσκεται σε ανοδική πορεία και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα έχει τεθεί υπό έλεγχο.

Ωστόσο παρότι τα στοιχεία αυτά συνηγορούν στο ότι η θέση του Τραμπ στο εσωτερικό έχει βελτιωθεί, ο Μίντσενκο καταλήγει στην εκτίμηση του λέγοντας: «Δεν μπορεί να ειπωθεί, ότι ο Τραμπ έχει τελείως τα χέρια του λυμένα για να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ρωσία, αλλά μια τέτοια ευκαιρία την έχει για να το κάνει, αλλά  στην συνέχεια θα αρχίσει να παζαρεύει».