«Ως οι μεν μάρναντο δέμας πυρός αιθομένοιο» (Ιλιάς, Σ 1). Μεταφράσεις: «Επολεμούσαν έτσι ωσάν τη φλόγα» (Δ. Σολωμός «Τετράδιο Ζακύνθου 1820-1828»), «Ενώ εκείνοι εμάχονταν ακράτητοι σαν φλόγα» (Ιακ. Πολυλάς, 1870 κε.). «Σαν έτσι αυτοί χτυπιόντουσαν, που λες φωτιά "χε ανάψει» (Αλ. Πάλλης 1904). «Ετσι πολεμούσαν σαν φωτιά» (Ι. Ζερβός 1911). «Εκείνοι έτσι  πολεμούσαν, σαν αναμμένη φωτιά» (Ολγα Κομνηνού-Κακριδή, 1954 πεζή μετάφραση).  «Ετσι εκεί πέρα ετούτοι επάλευαν σα φλόγα λαμπαδούσα» (Καζαντζάκης – Κακριδής 1955), «Ετσι εκείνοι μάχονταν σα μια φωτιά με φλόγες» (Θ. Γ. Μαυρόπουλος, 2004), «Οσο εκείνοι εμάχονταν, φλόγα που λαμπαδιάζει» (Δ.Ν. Μαρωνίτης, 2009).
 Tα παραπάνω λίγα, πλην ενδεικτικά, δείγματα της μετάφρασης (μεταγραφής θα προτιμούσα) του πρώτου στίχου της ιλιαδικής ραψωδίας Σ φανερώνουν τις απέλπιδες ή και ηρωικές προσπάθειες ελλήνων μεταφραστών, τώρα και δύο περίπου αιώνες, να μεταγράψουν την Ιλιάδα στα νεοελληνικά. Το γεγονός ότι ένας και μόνο στίχος εμφανίζεται σε τόσες πολλές μεταφραστικές παραλλαγές δείχνει ότι μια ενδεχόμενη συνεξέταση όλων των μεταφράσεων, όλων των ιλιαδικών στίχων, θα μας έπαιρνε μερικές δεκαετίες. Ευτυχώς δεν  χρειάζεται – και ένας στίχος φτάνει για να καταδειχθεί το DNA του μεταφραστή. Εξ όνυχος. Αυτή, λοιπόν, την «οικογενειακή σχέση» του μεταφραστή και του μεταφράσματός του την έχει επισημάνει, πριν από πολλές δεκαετίες, ο Σεφέρης, μεταφραστής και ο ίδιος πολλών αρχαιοελληνικών κειμένων. Βλ. τις γνωστές Μεταγραφές. Οι συνηθισμένες μεταφράσεις των ποιημάτων, γράφει, «δεν είναι διόλου μια προσέγγιση προς το έργο όπως γράφτηκε, αλλά ο καρπός της επιμειξίας δύο φυσιογνωμιών, που μοιάζει κάποτε  με την οικογένεια του μεταφραστή»!
Αυτό που, υποθέτω, εννοεί ο Σεφέρης γράφοντας «οικογένεια του μεταφραστή» (συμπεριλαμβανομένης και της δικής του!) είναι ότι κάθε μετάφραση (διαγλωσσική και ενδογλωσσική) μοιάζει με το λογοτεχνικό πρόσωπο, το λογοτεχνικό προφίλ, τα λογοτεχνικά «γούστα» του μεταφραστή. Μοιραία ο μεταφραστής  μεταφέρει ένα αρχαίο ελληνικό κείμενο (για να μείνουμε εδώ) στη δική του γλωσσική, ποιητική και αισθητική, σε τελευταία ανάλυση, στη δική του λογοτεχνική χώρα – όποιας τάξεως. Αλλιώς μεταφράζει ο Ι. Γρυπάρης και αλλιώς ο Ι. Κακριδής, αλλιώς ο Γ. Σεφέρης, αλλιώς ο Κ. Ταχτσής, αλλιώς ο Γ. Ιωάννου. Υπό μία έννοια όλες οι μεταγραφές είναι νόμιμες, αρκεί ο μεταφραστής να μη μεταβάλλει, ηθελημένα ή αθέλητα, το βασικό, το κύριο λογικό νόημα του πρωτοτύπου. Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο. Ο μεταφραστής μπορεί να δοκιμάσει πολλούς τρόπους προκειμένου να μεταγράψει αυτή την πρόταση. «Ο Δαρείος και η Παρύσατις (ή Παρυσάτιδα) έκαναν δύο παιδιά, γέννησαν δύο αγόρια, απόκτησαν δύο γιους κ.λπ.». Διατηρεί με τον τρόπο του την πληροφορία. Ομως αν ο ευφάνταστος (ή άσχετος) μεταφραστής γράψει λ.χ., «Ο άρχοντας Δαρείος και η αρχόντισσα Παρύσατις μπόρεσαν με τη βοήθεια του θεού να αποκτήσουν πέντε αγοράκια και μία κορούλα…», τότε πλέον δεν αναφερόμαστε σε μεταφραστική ιδεολογία κ.λπ. – αναφερόμαστε σε μια θλιβερή παραποίηση, που μόνο σκοπό έχει να θαμπώσει τον αναγνώστη. Συμβαίνει αυτό; Βεβαίως; Ας πάει ο αναγνώστης να παρακολουθήσει, με το πρωτότυπο στο χέρι, κάποιες παραστάσεις αρχαίου δράματος Επίδαυρο, Ηρώδειο ή αλλού και θα εννοήσει.  
       Το θέμα μας δεν είναι ακριβώς αυτό.Το θέμα μας είναι η προβολή της μορφής της οικογένειας του μεταφραστή και ο τρόπος με τον οποίο τα προσωπικά (λογοτεχνικά, αισθητικά, ιδεολογικά κ.λπ.) χαρακτηριστικά του μεταφέρονται και «μολύνουν» ένα ανυπεράσπιστο κείμενο. Προφανώς το ζήτημα αφορά και τον γράφοντα… Και εδώ προκύπτει και ένα κρίσιμο, προσωπικό ερώτημα. Τι ασφαλέστερο; Η μετάφραση της Ποιητικής Τέχνης του Οράτιου, η μετάφραση των Ερωτικών  Αντιφαρμάκων του Οβίδιου, ή  η μετάφραση της Μήδειας; Οσον, λοιπόν, με αφορά ισχυρίζομαι: ευκολότερη και μάλλον «ασφαλέστερη» η μετάφραση του Οράτιου και του Οβίδιου από όσο η μετάφραση της Μήδειας. Γιατί; Διότι η αναπόφευκτη  αντιπαράθεση του (αιώνιου) αρχαίου ελληνικού κειμένου και του (πεπερασμένου) νεοελληνικού βαραίνει πάντα τον μεταφραστή.
       
ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ. Η άποψή μου είναι ότι ο μόνος νόμιμος τρόπος να μεταφερθεί /μεταγραφεί ένα αρχαίο ελληνικό κείμενο στα νέα ελληνικά είναι ο απόλυτος σεβασμός στο νόημα του πρωτοτύπου και η άκρως επεξεργασμένη μορφή του νέου ελληνικού κειμένου. Ο πρωτότυπος ιλιαδικός στίχος Σ 1, με τον οποίο άνοιξε το κείμενό μας, δεν έχει καμία συγγένεια με την οικογένεια του όποιου μεταφραστή. Αποκτά μια κάποια συγγένεια μόνο μεταφρασμένος. Αρα καλό θα είναι να δούμε πόσο υψηλό και πόσο γοητευτικό είναι το DΝΑ του μεταφραστή. Είναι μέγα κρίμα για την πορεία της νεοελληνικής μεταφραστικής παραγωγής το γεγονός ότι δεν διαθέτουμε τους «πολλότατους», κατά τον Πολυλά, μεταφρασμένους ομηρικούς στίχους από τον Διονύσιο Σολωμό. Αν είχαμε 100-150 στίχους της Ιλιάδος μεταγραμμένους στα νεοελληνικά από τον ανώτατο τεχνίτη μας, η μεταφραστική πορεία μας θα ήταν διαφορετική. Η αριστοκρατική, υψηλή γλώσσα του Σολωμού θα μας είχε δείξει πολύ καθαρά τον δρόμο και θα μας ειχε βοηθήσει γενναία, καθώς ο ίδιος θα είχε αναγκασθεί να επινοήσει ένα αρμόδιο λεκτικό. Ασχέτως αν ο ποιητής είχε μπροστά του την ιλιαδική μετάφραση του Vincenzo Monti, Iliade di Omero, 1η  έκδ. 1810. Ο δικός του μεταφραστικός λόγος, όπως δείχνει η σπαραγμένη μετάφραση λίγων στίχων του ιλιαδικού Σ, θα μας είχε οδηγήσει σε ασφαλέστερους και γοητευτικότερους μεταφραστικούς δρόμους. Διαφορετικούς, πιστεύω, από εκείνους πάνω στους οποίους σουρνόμαστε χρόνια τώρα.

Ο καθηγητής Γ.Ν. Γιατρομανωλάκης έχει σπουδάσει Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King"s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (Ph.D.). Εχει γράψει βιβλία και άρθρα για τον Ομηρο, τη λυρική ποίηση, την τραγωδία, τον Αριστοτέλη, το αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, την αρχαία ελληνική λογοτεχνική κριτική. Εκτός άλλων, έχει μεταφράσεις τους εξής τίτλους: «Λευκίππη και Κλειτοφών» Αχιλλέως Αλεξανδρέως Τατίου (εκδ. Ιδρυμα Γουλανδρή – Χορν, 1990), «Ποιητική τέχνη» Οράτιου (εκδ. Καρδαμίτσα, 1991), «Ευρώπη» Μόσχου (Καρδαμίτσα, 1993), «Ερωτικά αντιφάρμακα» Οβίδιου (Αγρα, 1999), «Ιεροί λόγοι» Αίλιου Αριστείδη (Αγρα, 2012), «Μήδεια» Ευριπίδη (Καρδαμίτσα, 2013).