Επιτέλους, έχουμε στα νέα ελληνικά κείμενο της «Αινειάδας» που το διαβάζεις και το καταλαβαίνεις – που το διαβάζεις και το καταλαβαίνεις ως ποιητικό κείμενο και που το απολαμβάνεις ως υψηλής κλάσεως ποίηση. Διότι, ναι, η ποίηση μεταφράζεται – αρκεί αυτός που τη μεταφράζει να γνωρίζει και τι μεταφράζει και πώς (πρέπει να) μεταφράζει κάθε φορά που καταπιάνεται με τούτο το εξόχως ιδιότροπο είδος. Ο Θεόδωρος Παπαγγελής, στον οποίο οφείλουμε χάριτες για την προσφορά του, είναι η εξαιρετική περίπτωση του ειδήμονος τεχνίτη μεταφραστή.
Στο τρέχον κείμενο (όπου παραβιάσαμε συνειδητά την αρχή που θέλει τον έπαινο, αν αποδίδεται, να αποδίδεται στο τέλος) δεν θα ασχοληθούμε με την «Αινειάδα», αλλά με τη συγκεκριμένη μετάφρασή της. Θα πούμε μόνο ότι η καλαίσθητη έκδοση κοσμείται κυριολεκτικώς από βαθυστόχαστα προλεγόμενα, που διαβάζονται ευχαρίστως και απνευστί, και από καίρια σχόλια που καθιστούν τη φιλολογική πληροφορία κείμενο αναγνώσιμο από τον καθένα.
Περνώντας στην ουσία του σημειώματός μας, θα πούμε ότι στη μεταφραστική του ο Παπαγγελής είναι ρηξικέλευθος διότι θίγει και καταρρίπτει όλες τις ελληνικές προκαταλήψεις σχετικά με το πώς μεταφράζονται οι στίχοι. Επιλέγει το 21σύλλαβο ιαμβικό μέτρο, όπου οι 21 ποιητικές συλλαβές των στίχων του μεταφράσματος κατά κανόνα κόβονται (και όχι πάντα με την έννοια της μετρικής τομής) σε 10 και 11, όχι μόνο για να έχει εύρροια λόγου και να μη χάνει σημαντικά data του πρωτοτύπου, αλλά και για να μην αναγκάζεται να στριμώχνει τα νοήματα σε μετρικές κλεισούρες. Η άνεση λόγου εξασφαλίζεται και με σοφά επιλεγμένες χασμωδίες (ενώ θα μπορούσε να προτείνει συνιζήσεις) ακριβώς, επειδή αφενός τούτο επιτρέπεται (αν δεν επιβάλλεται κιόλας) από τις 21 ποιητικές συλλαβές και αφετέρου εδώ μεταφράζονται άσματα όπου η χασμωδία είναι και ανάσα αναγνωστική και κλείδα κατανοήσεως του αδομένου μηνύματος. Η σημαντικότερη συνεισφορά του Παπαγγελή είναι η ποιητική ποικιλία λόγου που κομίζει, προκειμένου να αρθρώσει σε όλη την γκάμα της νεοελληνικής τα σημαίνοντα του λατινικού ποιήματος. Οντας καλός μαθητής του Σολωμού και έχοντας χωνέψει τη διδασκαλία του «Διαλόγου» του καλεί στο προσκήνιο όλες τις γενεές των έργων που σημειώθηκαν από την ελληνίδα φωνή και τις επαναρθρώνει στο αλωνάκι του νεοελληνικού λόγου. Διαβάζουμε τις γραμμές του μεταφράσματός του και ακούμε ανάμεικτους με τη σύγχρονη καθομιλούμενη νεοελληνική ήχους και απόηχους δημοτικών τραγουδιών, βιβλικών στερεοτύπων και εκκλησιαστικών χρήσεων, καθώς και αντιλάλους των λυρικών κατορθωμάτων των σκαπανέων της ποίησής μας, αλλά και της ομηρικής ποίησης όπως έχει κατά εποχές μεταφραστεί, μαζί με πλήθος μέγα σχημάτων λόγου και διανοίας που ξεθάβονται (επιτέλους!) από τα ρητορικά εγχειρίδια και από τις ουδέποτε διδαχθείσες σελίδες του Αχιλλέως Τζαρτζάνου.

Τον έφερε στο 2018
Και όλα τούτα έρχονται να συναντηθούν και να συνομιλήσουν με νεότροπους (ακόμα και stricto sensu υπερρεαλιστικούς) αναχρονισμούς που καθόλου, μα καθόλου δεν ενοχλούν τον αναγνώστη. Δεν είναι αστόχαστη αποκοτιά ή αφοβία αυτό που χαρακτηρίζει το κείμενο του Παπαγγελή. Αν ήταν αυτό μόνο, θα είχαμε μπροστά μας ένα οικτρότατο αποτέλεσμα διότι το θράσος (ή θάρσος ή θάρρος – όπως και αν το πούμε) δεν εξασφαλίζει ούτε εγγυάται τη σωτηρία κανενός λογοτεχνήματος. Θεωρώ ότι ο μεταφραστής Παπαγγελής έθεσε έναν σκοπό και τον υπηρέτησε άοκνα και πιστά: να μας φέρει τον Βιργίλιο στα 2018 έτσι, ώστε να μπορεί να διαβάζεται άνετα και να σημαίνει και στα 2118 – άλλωστε εκατό χρόνια πάνω κάτω έχουν ζωή, κατά τα λεγόμενα των σοφών, οι άριστες των μεταφράσεων: σαν του ανέμου φύσημα απαλό, φτερούγισμα ονείρου μες στον ύπνο (ΙΙ, 794).
Πιστεύω ακράδαντα ότι ο Παπαγγελής περιφρονεί την παραδεδομένη εν Ελλάδι μεταφραστική των αρχαίων κειμένων (όπου για να καταλάβεις τι θέλει να πει ο ποιητής ή ο φιλόσοφος πρέπει να κάνεις συντακτική ανάλυση και ασκήσεις αναγνώσεως αοράτων μηνυμάτων), δημιουργεί κανόνα του μεταφράζειν ως έγχρονης μιμητικής επαναλήψεως: επαναλαμβάνει σήμερα τον λόγο του Βιργιλίου μιμούμενος το πρωτότυπό του, για να δημιουργήσει ένα μετάφρασμα που λειτουργεί πρωτοτύπως: για να μας πει και να μάθουμε τι λέει ο Βιργίλιος στην «Αινειάδα» του. Στο τόλμημά του τόσο ως ικανότητα όσο και ως επιτέλεσμα τον συντρέχουν η λατινομάθεια, η εν γένει αρχαιογνωσία, η παμποίκιλη φιλολογική σκευή και η ποιητική αρτιότητά του. Η ελλογιμότητα του μεταφραστή (όπως, άλλωστε, και εκείνη του μεταφραζόμενου ποιητή) υπηρετεί το ποίημα: γίνεται ancilla, γίνεται δούλη της λυρικής τέχνης. Αλλά γίνεται και κάτι άλλο. Γίνεται causa, παναπεί το αίτιον, που κινεί ποιητικές δυνάμεις, προκειμένου να εξαλειφθεί διά παντός η «νεοελληνική ανορεξία» απέναντι στον Βιργίλιο ως ανέμπνευστου αντιγραφέα και ως παραπαιδιού του πατέρα των ποιητών. Ο Παπαγγελής μάς συστήνει τον μέγιστο ποιητή Βιργίλιο.
Ολο το βιβλίο (και όχι μόνο το ποιητικό / μεταφραστικό μέρος του) συντελεί όχι μόνο στο να σβηστεί διά παντός αυτή η αυθαίρετη (για να μην πούμε τίποτα χειρότερο) απόφανση εκείνων που, και αν διάβασαν Βιργίλιο, δεν πήραν χαμπάρι τίποτα, αλλά και να αναδειχθεί η εκπλήσσουσα avant la lettre νεωτερικότητά του. Περί τούτων όμως χρειάζεται να γραφεί άλλο κείμενο. Εδώ θα κλείσω με τούτο: διαβάστε την «Αινειάδα» των Βιργιλίου και Παπαγγελή. Η αναγνωστική απόλαυση (και gaudium και laetitia) είναι εγγυημένη!

Ο Γιώργος Κεντρωτής είναι ποιητής, μεταφραστής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Βιργιλίου Αινειάδα
Προλεγόμενα, μτφ., σχόλια 
Θεόδωρος Παπαγγελής
Εκδ. ΜΙΕΤ, 2018, σελ. 493
Τιμή: 28 ευρώ