Συμφωνία για την πραγματοποίηση συνόδου κορυφής μέσα στον Ιούλιο πραγματοποίησαν χθες Μόσχα και Ουάσιγκτον μεταξύ του ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ – μια συνάντηση που ήδη ανησυχεί κάποιους συμμάχους των ΗΠΑ και προκαλεί την έντονη αντίδραση των επικριτών του Τραμπ στο εσωτερικό της χώρας του.
Χθες συναντήθηκαν στο Κρεμλίνο ο Πούτιν με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ, Τζον Μπόλτον. Εκπρόσωπος του ρώσου προέδρου έκανε γνωστό πως η συνάντηση θα γίνει σε μια τρίτη χώρα (συζητιέται η Φινλανδία ή η Αυστρία) πιθανότατα μέσα στον Ιούλιο. Οι λεπτομέρειες θα γίνουν γνωστές σήμερα. Ο σύμβουλος του ρώσου προέδρου Γιούρι Ουσακόφ δήλωσε: «Αυτή η συνάντηση κορυφής θα διαρκέσει ασφαλώς μερικές ώρες. Οι πρόεδροι θα συναντηθούν μεσημέρι. Αναμφισβήτητα θα είναι μια συζήτηση τετ α τετ, επίσης προβλέπεται να υπάρξει ασφαλώς κάποια εκδήλωση στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου, το πιθανότερο ένα πρόγευμα εργασίας και μια κοινή συνέντευξη Τύπου». Σε αυτήν, σύμφωνα με πληροφορίες, Πούτιν και Τραμπ θα προβούν σε κοινή δήλωση για τα ζητήματα διεθνούς ασφάλειας.
«Οι δύο πρόεδροι», πρόσθεσε ο Ουσακόφ, «μπορούν να συμφωνήσουν να προβούν σε κοινή δήλωση, η οποία θα σκιαγραφήσει τα περαιτέρω βήματα των δύο μερών στο πλαίσιο της βελτίωσης των διμερών σχέσεων, εκείνο των κοινών δράσεων στη διεθνή σκηνή, καθώς και των εγγυήσεων της διεθνούς σταθερότητας και ασφάλειας». Ο σύμβουλος του ρώσου προέδρου εξέφρασε την πεποίθηση ότι η συνάντηση κορυφής των προέδρων της Ρωσίας και των ΗΠΑ θα είναι το κύριο διεθνές γεγονός του καλοκαιριού. «Η συνάντηση αυτή σχεδιαζόταν εδώ και καιρό, έχει τεράστια σημασία και για τη Ρωσία και για την Αμερική σε διμερές επίπεδο. Ομως έχει και τεράστια σημασία και για όλη τη διεθνή κατάσταση».   
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν κατά τη διάρκεια της συνάντησης με τον Τζον Μπόλτον διαβίβασε προφορικό μήνυμα προς τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. «Ο πρόεδρός μας μετέφερε στον Τζον Μπόλτον μερικές σκέψεις του για να διαβιβασθούν αποκλειστικά στον Τραμπ. Η συζήτηση είχε τον χαρακτήρα συνομιλιών και τίποτε δεν διαβιβάσθηκε γραπτώς» διευκρίνισε ο Ουσακόφ μετά το τέλος της επίσκεψης του Τζον Μπόλτον στο Κρεμλίνο. Εχει ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με τους πολιτικούς αναλυτές, ότι ο 69χρονος υπερσυντηρητικός σύμβουλος του Τραμπ είχε κατηγορήσει πέρυσι τον πρόεδρο Πούτιν ότι «ψεύδεται καθώς έχει λάβει την καλύτερη προετοιμασία στην KGB». Ομως, όπως αποδεικνύεται τώρα, λίγο καιρό αργότερα ξεκίνησε συνομιλίες με τον ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ για την προετοιμασία της συνόδου κορυφής.
Σε δηλώσεις του μετά την έξοδό του από το Κρεμλίνο ο Μπόλτον ανέφερε πως η συνάντηση είναι υπέρ των αμερικανικών συμφερόντων, ότι και οι δύο πρόεδροι πιστεύουν πως μπορούν να βρουν εποικοδομητικές λύσεις, ότι θα συζητηθούν όλα τα θέματα, αλλά δεν είναι απαραίτητο να προκύψουν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πρόσθεσε και κάτι ανησυχητικό για τους συμμάχους των ΗΠΑ, ότι δεν αποκλείεται Τραμπ και Πούτιν να συζητήσουν την επανένταξη της Ρωσίας στο G8, κάτι που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι επιθυμούν οι άλλες έξι χώρες. Οι εταίροι των ΗΠΑ ήδη έχουν ενοχληθεί από τη συνεννόηση αυτή, καθώς χώρες όπως η Βρετανία θέλουν την απομόνωση της Ρωσίας ή ανησυχούν για τη στάση του Τραμπ έναντι της Μόσχας. Υπάρχουν επίσης πολλοί στο ΝΑΤΟ, εντός και εκτός ΗΠΑ, που διαφωνούν με την πολιτική Τραμπ έναντι του Κρεμλίνου, καθώς μάλιστα στην Ουάσιγκτον ο ειδικός ανακριτής Ρόμπερτ Μιούλερ διεξάγει έρευνα για τις σχέσεις συνεργατών του Τραμπ με ρώσους αξιωματούχους στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
Οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών Σεργκέι Λαβρόφ και Μάικ Πομπέο θα συναντηθούν για να προετοιμάσουν τη σύνοδο κορυφής, η οποία πιστεύεται ότι θα πραγματοποιηθεί αφότου ο Τραμπ παραβρεθεί στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ και μετά την επίσκεψή του στη Βρετανία, μέσα στον Ιούλιο.  Πάντως οι αναλυτές θεωρούν ότι δεν πρέπει να υπάρχουν υψηλές προσδοκίες από τη σύνοδο κορυφής, παρότι ένα από τα πρώτα πράγματα που είχε πει ο Τραμπ μετά την εκλογή του ήταν πως ήθελε να βελτιώσει τις σχέσεις Ουάσιγκτον – Μόσχας. Ο Πούτιν είπε στον Μπόλτον χθες ότι οι διμερείς σχέσεις «δεν βρίσκονται στην καλύτερη κατάσταση», κάτι που απέδωσε στις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. «…Ομως η επίσκεψή σας στη Μόσχα μάς δίνει ελπίδες ότι μπορούμε τουλάχιστον να κάνουμε τα πρώτα βήματα για να αποκαταστήσουμε πλήρεις σχέσεις μεταξύ των κρατών μας» πρόσθεσε. Και η συνάντηση έκλεισε με αναφορά σε κάτι που ενώνει τους πάντες: το ποδόσφαιρο και το Μουντιάλ. Ο Μπόλτον συνεχάρη τον Πούτιν για τη διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου και ο Πούτιν τον Μπόλτον επειδή οι ΗΠΑ θα το συνδιοργανώσουν το 2026.

Πανηγυρίζει ο αμερικανός πρόεδρος
Επικύρωσαν οι δικαστές την ταξιδιωτική απαγόρευση
«Μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου» χαρακτήρισε η Αμερικανική Ενωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες τη μεγάλη νομική νίκη που χάρισε την Τρίτη το Ανώτατο Δικαστήριο στον Ντόναλντ Τραμπ, επικυρώνοντας την ταξιδιωτική απαγόρευση που εφαρμόζει πλέον η κυβέρνησή του στους πολίτες έξι κρατών -στη συντριπτική πλειοψηφία τους μουσουλμανικών. Δημοκρατικοί ψηφοφόροι και οργανώσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναζητούν παρηγοριά στον παθιασμένο τρόπο με τον οποίο κατήγγειλε την απαγόρευση, εκπροσωπώντας τη μειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο προοδευτική δικαστής Σόνια Σοτομαγιόρ -αλλά και στην εντολή που έδωσε χθες δικαστής της Καλιφόρνιας στην κυβέρνηση Τραμπ να επανενώσει το αργότερο εντός 30 ημερών τα περίπου 2.000 παιδιά που εξακολουθούν να κρατούνται μακριά από τους μετανάστες γονείς τους μετά τον χωρισμό τους στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού. Υπό την πίεση της κοινής γνώμης, ο αμερικανός πρόεδρος έκανε πίσω όσον αφορά το συγκεκριμένο μέτρο «μηδενικής ανοχής», χιλιάδες παιδιά ωστόσο παρέμεναν μετέωρα.  
Μόνο που ο Τραμπ πανηγυρίζει ακόμα για τη νίκη του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Και μάλιστα έχει και άλλους λόγους να χαρεί, καθώς χθες ο ένας εκ των ανώτατων δικαστών, ο Αντονι Κένεντι ανακοίνωσε ότι συνταξιοδοτείται και έτσι ο πρόεδρος θα έχει την ευκαιρία να διορίσει και δεύτερο υπερσυντηρητικό στο ανώτατο δικαστικό θεσμό των ΗΠΑ.
 Οι δύο πρώτες βερσιόν της ταξιδιωτικής απαγόρευσης που ήθελε ο Τραμπ και προσπάθησε να επιβάλλει με το που εξελέγη είχαν μπλοκαριστεί από κατώτερα αμερικανικά δικαστήρια. Ομως οι πέντε συντηρητικοί δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ έκριναν πως αυτή η απαγόρευση εισόδου στην αμερικανική επικράτεια υπάγεται πράγματι στις αρμοδιότητες του προέδρου, και πως το διάταγμά του δεν συνιστά επουδενί διάκριση σε βάρος της μουσουλμανικής θρησκείας παρά τη σύνθεση της λίστας των κρατών που μπαίνουν στο στόχαστρο. Αυτό το τελευταίο σημείο άλλωστε πρόκριναν οι τέσσερις δικαστές που έχουν διοριστεί από δημοκρατικούς προέδρους. Για «φριχτή» απαγόρευση, που έχει ως αφετηρία «την εχθρότητα απέναντι στη μουσουλμανική πίστη» έκανε λόγο η δικαστής Σοτομαγιόρ επιμένοντας πως παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ανεξιθρησκίας. Σε κάθε περίπτωση, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ισχύει μόνιμη απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ για τους πολίτες έξι κρατών: Ιράν, Λιβύης, Σομαλίας, Συρίας, Υεμένης καθώς και Βόρειας Κορέας.