Βλέποντας κάποιος τους παίκτες του Παναμά να γίνονται ένα κουβάρι στο παρθενικό τους γκολ στο Παγκόσμιο Κύπελλο (όταν απλά μείωσαν την έκταση της ήττας τους από την Αγγλία στο 6-1). Αυτούς της Σαουδικής Αραβίας να ξεσπούν σε δάκρυα χαράς στο νικητήριο γκολ με την Αίγυπτο (2-1 στη νίκη γοήτρου, που απλά τους έδωσε την τρίτη θέση στον όμιλο). Του Περού να κάνουν σαν μικρά παιδιά με τη νίκη τους – χωρίς αντίκρισμα – επί της Αυστραλίας και ενώ έχουν…αυτοκτονήσει χάνοντας μια δική τους πρόκριση κυρίως στον αγώνα με τη Δανία.
Και εκείνους του Μαρόκου να σιχτιρίζουν την τύχη τους επειδή ισοφαρίστηκαν από την Ισπανία στις καθυστερήσεις (ενώ αυτός ήταν μόλις ο πρώτος τους βαθμός στη διοργάνωση, την οποία μαθηματικά είχαν αποχαιρετίσει από τη δεύτερη κιόλας αγωνιστική). Απλά συνειδητοποιεί τη δύναμη αυτού που λέγεται Παγκόσμιο Κύπελλο. Της κορυφαίας διοργάνωσης που δημιουργεί ένα μωσαϊκό συναισθημάτων, βγάζει στο δρόμο ολόκληρους λαούς, ενώ δίνει χαρά (και λύπη) σε δισεκατομμύρια φιλάθλους ανά τον κόσμο. Πρόκειται για ένα γεγονός που ανάλογό του δεν υπάρχει  – στη μαζικότητα της απόλαυσης και της αντίδρασης – στη ζωή στον πλανήτη Γη.
Πρόκειται απλά για ένα παιχνίδι, το ποδόσφαιρο, αλλά δεν είναι μόνο αυτό όταν μιλάμε για το Παγκόσμιο Κύπελλο, την υπέρτατη πρόκληση που δικαιολογεί την υπομονή εδώ και δεκαετίες του μεγαλύτερου ηλικιακά παίκτη που αγωνίστηκε ποτέ σε αυτό (σε ηλικία 45 ετών και 161 ημερών), του αιγύπτιου τερματοφύλακα Ελ Χανταρί.
Πολύ απλά γιατί η συμμετοχή και μόνο σε ένα τόσο λαοφιλές άθλημα και στην κορυφαία – μακράν – διοργάνωσή του αποτελεί την υπέρτατη τιμή και πρόκληση για όλους, πόσω μάλλον για τους παίκτες. Δεν είναι τυχαίο ότι το εθνικό στάδιο στο Ιράν άνοιξε έπειτα από 40 σχεδόν χρόνια και για τις γυναίκες ώστε να μπορέσουν να δουν τις εκπληκτικές προσπάθειες του Ανσαριφάρντ και της παρέας του. Το Μουντιάλ δεν είναι απλά μπάλα, αλλά κοινωνικό φαινόμενο.