Αν μη τι άλλο, το επεισόδιο επιτρέπει να ρίξει κανείς μια ματιά στις τυπολογίες της διαμαρτυρίας. Ηταν «λαός» αυτοί οι τέσσερις πέντε που την έστησαν στον Αλέξη Τσίπρα για να τον πουν προδότη; Ηταν «όχλος» όπως είχε πει σε μια άλλη περίπτωση ο ίδιος; Είναι πολίτες που εκφράζουν το γενικότερο συναίσθημα και τους αξίζει μια θέση στην επικράτεια των «αντιδράσεων», μια επικράτεια που εξωραΐζει κάθε διαμαρτυρία ως δίκαιη; Είναι οργανωμένοι; Ανοργάνωτοι; Ή απλώς γραφικοί;
Μπορεί και να είναι. Αλλά γραφικούς τούς κάνει μόνο η εθνικοφροσύνη τους – μια εθνικοφροσύνη που βλέπει ως προδοσία οτιδήποτε ζει και αναπνέει έξω από τα δικά της όρια. Τους κάνει και ο τρόπος – οι κραυγές περί προδοσίας και τα κέρματα που σκόρπισαν στο πεζοδρόμιο. Αλλά είναι αδύνατο να τους κάνει «λαό» η προσπάθειά τους να υποδυθούν τον «λαό». Να εκφράσουν ως εκπρόσωποί του την υποτιθέμενη αγανάκτησή του. Και να συμβάλουν στη δημιουργία ενός γενικότερου κλίματος αποδοκιμασίας, να εμπεδωθεί η αίσθηση ότι αυτή είναι η μοίρα που περιμένει κάθε κυβερνητικό στέλεχος από τον Πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο βουλευτή που εμφανίζεται σε δημόσιο χώρο.
Από αυτήν την άποψη, δεν διαφέρουν και πολύ από τους επαγγελματίες της αγανάκτησης που συγκεντρώνονταν (καθόλου αυθόρμητα) για να αποδοκιμάσουν τους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Ο προσεταιρισμός της λαϊκής ταυτότητας, μιας ταυτότητας που δεν τους ανήκε, ήταν ο ίδιος. Υποδύονταν κι αυτοί τον «λαό» συνήθως με τις ευλογίες του ΣΥΡΙΖΑ, άλλοτε με την ανοχή του και πότε πότε με την παρότρυνσή του. Θα έκανε λάθος όμως όποιος σκεφτόταν ότι οι συριζαίοι πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα. Δεν πληρώνεται κανείς. Απλώς πληγώνεται η δημοκρατία.