Αφού η κυβέρνηση υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών για το Μακεδονικό σε πλήρη αντίθεση με τη λαϊκή βούληση, τουλάχιστον όπως δείχνουν οι σχετικές μετρήσεις, φέρνει δειλά – δειλά στο προσκήνιο και το ζήτημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης, ανοίγοντας θέμα για το διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας.

Την ώρα που κυβερνητικά στελέχη σε όλη τη χώρα εισπράττουν την οργή του κόσμου για το όνομα «Βόρεια Μακεδονία», κι ενώ καταποντίζονται δημοσκοπικά και τα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης, βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επαναφέρουν ενορχηστρωμένα το θέμα του διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Τέρενς Κουίκ από τους ΑΝΕΛ όσο και ο Γιώργος Κυρίτσης από τον ΣΥΡΙΖΑ τάχθηκαν τη Δευτέρα υπέρ του διαχωρισμού, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι μία τέτοια συζήτηση θα άνοιγε ένα καινούργιο «μέτωπο» με την Εκκλησία.

Επίσης, το συγκεκριμένο ζήτημα θα δοκιμάσει και πάλι την κοινοβουλευτική ομάδα των ΑΝΕΛ καθώς θεωρείται βέβαιο ότι πολλοί θα αντιδράσουν.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Τέρενς Κουικ, ανέφερε τη Δευτέρα ότι θα δώσει μάχη στο εσωτερικό των ΑΝΕΛ για το θέμα του διαχωρισμού Εκκλησίας – Κράτους, θέμα για το οποίο – όπως παραδέχθηκε – αναμένεται να υπάρξει ζωηρή συζήτηση για να περάσουν οι απόψεις του.

Από την πλευρά του μιλώντας στο ΣΚΑΪ, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κυρίτσης, υποστήριξε ότι «είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός Κράτους – Εκκλησιάς» γιατί – όπως είπε – θα συσπειρώσει μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ».

Έφτασε μάλιστα στο σημείο να δηλώσει ότι «οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησιάς είναι σημαντικότερες από το όνομα των Σκοπίων» ενώ εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι μπορεί να βρεθεί μια μέση οδός με την Εκκλησία.

Μετά πάντως από τις έντονες αντιδράσεις για το Μακεδονικό, ο ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα να επιχειρήσει να παίξει το τελευταίο του χαρτί προκειμένου να συσπειρώσει τα στελέχη και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και να αναδείξει τις «διακριτές γραμμές σε ιδεολογικό επίπεδο» μεταξύ Αριστεράς – Δεξιάς.

Όχι στα δημαγωγικά τεχνάσματα από Βενιζέλο

Την έντονη αντίδραση του Ευάγγελου Βενιζέλου προκάλεσε ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να ανοίξει η κυβέρνηση το θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος.

«Αν η κυβέρνηση χειριστεί το ζήτημα του Συντάγματος όπως χειρίστηκε τη διαπραγμάτευση και τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ και την υπόθεση του δημοσίου χρέους και της δήθεν εξόδου από το μνημόνιο, και δεν υπάρξουν άμεσες και καθαρές αντιδράσεις όλων εκείνων που έχουν πολιτική και θεσμική δυνατότητα αντίδρασης, η κρίση θα προσλάβει αθεράπευτες θεσμικές διαστάσεις» τονίζει.

Σημειώνει ακόμη πως το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες για τα σχέδια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ σχετικά με την επικοινωνιακή και εργαλειακή χρήση του Συντάγματος και της κορυφαίας συντεταγμένης διαδικασίας της αναθεώρησης προκειμένου να διαμορφώσει τεχνητές πολώσεις και να συγκαλύψει το επίδικο αντικείμενο που είναι η βλάβη που έχει προκαλέσει και προκαλεί στη χώρα και η υπονόμευση του μέλλοντός της. Υπονόμευση δημοσιονομική, αναπτυξιακή, θεσμική.

«Έχω κρούσει εδώ και πολύ καιρό τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνθήκες εκβιασμού των θεσμών και υποβάθμισης της αυστηρότητας του Συντάγματος που θα επιχειρήσει να διαμορφώσει η κυβέρνηση καθοδόν προς τις εκλογές, καταστρατηγώντας την αναθεωρητική διαδικασία μέσω δημοψηφίσματος για «δημοφιλή» θέματα και καλλιεργώντας την εσχάτη μορφή λαϊκισμού που είναι ο συνταγματικός λαϊκισμός» τόνισε για να προσθέσει.

Η ιστορία πάντως έχει δείξει ότι αρκετοί πολιτικοί που επιχείρησαν να ανοίξουν «μέτωπα» με την Εκκλησία δεν βγήκαν κερδισμένοι ενώ πολλοί στη διάρκεια των «συγκρούσεων» με την Εκκλησία, όπως σχετικά προσφάτως ο Νίκος Φίλης για το ζήτημα των Θρησκευτικών, απομακρύνθηκαν από υπουργεία.

Η απόπειρα του ΠΑΣΟΚ να ρυθμίσει το θέμα της μοναστηριακής περιουσίας

Πηγαίνουμε πολλά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στη διετία 1987-88, στην περίοδο δηλαδή της μεγάλης σύγκρουσης της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με την Εκκλησία για το θέμα της ρύθμισης της μοναστηριακής περιουσίας.

Ηδη από τους πρώτους μήνες της δεύτερης τετραετίας του ΠαΣοΚ στην εξουσία, κατατέθηκε νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των θεμάτων της εκκλησιαστικής περιουσίας και ειδικότερα της μοναστηριακής.

Το νομοσχέδιο είχε κατατεθεί από τον τότε υπουργό Παιδείας Απόστολο Κακλαμάνη. Η Ιεραρχία αντέδρασε αποστέλλοντας, έπειτα από σχετική απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, υπόμνημα στον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου , διαβλέποντας «κάτω από την μονομερήν αυτήν πράξιν, τον κίνδυνον προστριβών μεταξύ Εκκλησίας και πολιτείας».

Το μήνυμα είχε δοθεί από την πλευρά της Εκκλησίας. Τις διαπραγματεύσεις από πλευράς κυβέρνησης ανέλαβε ο νέος τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης ενώ από την πλευρά της Εκκλησίας τέσσερις μητροπολίτες.

Παρά το γεγονός ότι οι συνομιλίες υπήρξαν αδιέξοδες ο Τρίτσης προχώρησε στην κατάθεση νέου νομοσχεδίου στις αρχές του 1987, στο οποίο προβλεπόταν και η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στις εσωτερικές διαδικασίες της Εκκλησίας.

Η Ιεραρχία αντέδρασε και πάλι καταδικάζοντας τις κυβερνητικές προθέσεις, απείχε από τις εορταστικές εκδηλώσεις για την 25η Μαρτίου και διοργάνωσε την 1η Απριλίου ένα ογκώδες συλλαλητήριο στην πλατεία Συντάγματος με κεντρικούς ομιλητές τα μέλη της τετραμελούς επιτροπής.

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στη Βουλή αλλά ο Ν. 1700/1987 επί της ουσίας δεν εφαρμόστηκε ποτέ και ήδη από την επομένη ημέρα αναζητήθηκε συμβιβαστική λύση από τον Παπανδρέου και τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ.

Τρία χρόνια πριν, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είχε ερωτηθεί σχετικά περί διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. «Αυτό θέλει πολύ συζήτηση και έχουμε ολοκληρωμένες απαντήσεις. Αυτοί που σκέφτονται τέτοια πράγματα θα το μετανοήσουν» είχε τονίσει, μία δήλωση η οποία αποτυπώνει τη στάση της Εκκλησίας στο ζήτημα διαχρονικά.