Τάση ή ανάγκη; Ή μήπως τάση εξ ανάγκης; Το καινούργιο «airbnb» είναι το «επάγγελμα: ινφλουένσερ». Δεν χρειάζεται ούτε εξάσκηση ούτε εμπειρία ούτε στοιχειώδης γνώση του χώρου ούτε τίποτα. Ενα smartphone μόνο και πολλή αυτοπεποίθηση, ενίοτε στα όρια του θράσους. Wannabe δημοσιογράφοι, πρώην, νυν ή καθ" έξιν μοντέλα, αυτοαποκαλούμενοι bon viveurs, τάχα μου γνώστες των μυστικών της ευ ζην και γενικώς περιφερόμενοι, έκαναν διαδικτυακό επάγγελμα αυτό που στα παλιά ελληνικά των ασπρόμαυρων ταινιών το έλεγαν «τοκιστής και σουλατσαδόρος». Με δύο λόγια, τοκίζουν τα ιντερνετικά σουλάτσα τους. Αλλά επειδή χρειάζεται ένας διεθνής όρος, το λέμε ινφλουένσερ. Σε εντελώς ελεύθερη μετάφραση, «επηρεαστής». Εντάξει, συμβαίνει και στο εξωτερικό, στην πραγματικότητα οι Καρντάσιανς αυτό κάνουν. Μόνο που η δύναμη και η αποτίμηση της επιρροής εξαρτώνται από το εύρος της. Και εδώ ταιριάζει το «βάζει κι η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες». Το ζουν στην καθημερινότητά τους οι υπεύθυνοι ξενοδοχείων, εστιατορίων, τουριστικών γραφείων και διαφόρων εταιρειών που εμπορεύονται από γόβες μέχρι λάδια. «Είμαι ινφλουένσερ, θα μείνω μερικές μέρες στο ξενοδοχείο σας και θα αναρτήσω φωτογραφίες» λέει ο άλλος. Και απαιτεί δωρεάν διακοπές, δωρεάν γεύματα, δωρεάν γκαρνταρόμπα, δωρεάν τρόφιμα και… το λάδι της χρονιάς. Οτι θα δούμε δηλαδή εμείς αυτόν ή αυτήν που βλέπουμε χρόνια να βουρλίζεται στα σόσιαλ μίντια, να ποζάρει στην πισίνα κάποιου ξενοδοχείου και θα ποδοπατηθούμε για το ποιος θα φτάσει πρώτος. Το φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας, αλλά και οι υπεύθυνοι των εταιρειών έχουν μάθει πλέον να αποκωδικοποιούν το παραμύθι. Διότι οι πολλοί μικρόκοσμοι των ινφλουένσερ δεν κάνουν έναν μεγάλο κόσμο αλλά μια ινφλουέντζα – όπως έλεγαν παλιά τη γρίπη.

Μια βροχή μάς ένωσε

Αθήνα, Σάββατο 23 Ιουνίου, γύρω στις 8.30. Ο ουρανός πέφτει βαρύς. Ειδικά προς την οδό Πειραιώς. Η διαδρομή από ένα σημείο και μετά θυμίζει τον κατακλυσμό του Νώε στη «Βίβλο» του Χιούστον. Σταματάς μπροστά στο 260, όπου γίνονται οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. Η ομπρέλα σου σού φαίνεται σαν παιχνιδάκι. Βγαίνεις στη θεομηνία «δαμάζοντας τα κύματα». Δυο – τρεις που δεν έχουν καν το «παιχνιδάκι» σου έρχονται να χωθούν κάτω από την ομπρέλα σου. Είναι οι συνθήκες που κάνουν όλους τους ανθρώπους φίλους. Μέχρι να φτάσεις κάτω από το πρώτο υπόστεγο, έχεις γίνει μούσκεμα. Και μέχρι τον πρώτο στεγασμένο χώρο έχουν βραχεί και τα εσώρουχά σου. Οι άνθρωποι του Φεστιβάλ σε περιμένουν ευγενικοί και ανήσυχοι. Σου δίνουν πετσέτες να σκουπιστείς. Η περιπέτεια δημιουργεί ατμόσφαιρα πενταήμερης. Βλέπεις γνωστούς, συναδέλφους, φίλους της ζωής και φίλους των σόσιαλ και, πριν μιλήσετε, γελάτε. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στάζει ολόκληρος. Η μπόρα τον έπιασε στη βέσπα καθώς ερχόταν από το Ηρώδειο. Δίνει ψύχραιμα οδηγίες από το τηλέφωνο και συγχρόνως χαμογελά καθησυχαστικά σε μας που περιμένουμε για την παράσταση «Πορνοστάρ» του Κωνσταντίνου Ρήγου. Μόλις κλείνει έρχεται, πάντα χαμογελαστός, προς το μέρος μας. «Θα γίνει η παράσταση του Sting;» ρωτάμε. «Ολα θα γίνουν όπως πρέπει» απαντά πάντα βρεγμένος και χαμογελαστός και σκέφτεσαι ότι εσύ στη θέση του θα είχες ανεβεί στα κεραμίδια. Στο τέλος της παράστασης περιμένει τους θεατές. «Επαιξε και ο Sting. Ο ίδιος σκούπιζε τα νερά από τη σκηνή» μας πληροφορεί. Βγαίνεις έξω. Η Αθήνα μετά τη βροχή μυρίζει όμορφα.