Η επιστροφή των Σύρων προσφύγων στη χώρα τους δεν μπορεί να γίνει παρά σε συντονισμό με τον ΟΗΕ, δήλωσε σήμερα η καγκελάριος της Γερμανίας Άγγελα Μέρκελ από τον Λίβανο.

 Με 4 εκατομμύρια κατοίκους, ο Λίβανος, χώρα γειτονική της εμπόλεμης Συρίας, φιλοξενεί τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων παγκοσμίως σε σχέση με τον πληθυσμό του.
«Θέλουμε να συμβάλουμε σε μια πολιτική λύση στη Συρία, που θα επιτρέψει την επιστροφή των προσφύγων» διαβεβαίωσε η καγκελάριος της Γερμανίας κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου, μετά την συνάντηση που είχε με τον πρωθυπουργό του Λιβάνου Σαάντ Χαρίρι.

«Επισήμανα στις αρμόδιες αρχές (του Λιβάνου) ότι οι επιστροφές πρέπει να γίνουν στο πλαίσιο των συνομιλιών και μιας συμφωνίας με τις υπηρεσίες του ΟΗΕ» συμπλήρωσε η ίδια.
Από την έναρξη το 2011 του πολέμου στη Συρία, 1,5 εκατομμύρια Σύροι κατέφυγαν στον Λίβανο, το 1 εκατομμύριο εκ των οποίων έχει εγγραφεί στα μητρώα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Περίπου 500 πρόσφυγες έφυγαν από το νότιο τμήμα του Λιβάνου προς τη Συρία στις αρχές του έτους, στο πλαίσιο μιας επιστροφής που οργανώθηκε από τις λιβανικές και συριακές αρχές, όμως η Ύπατη Αρμοστεία δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία.

Η HCR εκτιμά ότι οι ανθρωπιστικές συνθήκες και η κατάσταση ασφαλείας στη Συρία δεν είναι ευνοϊκές για μια μαζική επιστροφή, διατυπώνοντας φόβους για αναγκαστικές αναχωρήσεις, την ώρα που εντείνονται οι εκκλήσεις από τις λιβανικές αρχές για την επιστροφή των προσφύγων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο υπουργός Εξωτερικών του Λιβάνου Γκεμπράν Μπασίλ κατηγόρησε αυτόν τον μήνα την Ύπατη Αρμοστεία ότι «εκφοβίζει» τους πρόσφυγες με στόχο να τους αποτρέψει να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Η επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης επισήμανε από την πλευρά της σήμερα ότι οι συνθήκες στη Συρία δεν είναι προς το παρόν κατάλληλες για την επιστροφή των προσφύγων.
«Χρειαζόμαστε ασφαλέστερες συνθήκες ώστε να είναι δυνατή η επιστροφή τους» υπογράμμισε η Άγγελα Μέρκελ.
Ο πρωθυπουργός του Λιβάνου υποστήριξε σήμερα ότι «η μοναδική μόνιμη λύση για τους Σύρους πρόσφυγες είναι η επιστροφή τους (…) με τρόπο ασφαλή και αξιοπρεπή», τονίζοντας ωστόσο ότι αυτό θα πρέπει να γίνει «όσο το δυνατόν συντομότερα».