Αναρωτιόμουν, βλέποντας χθες τους οπαδούς του Αρτέμη Σώρρα έξω από τα δικαστήρια, αν πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια τέτοιου είδους φαινόμενα θα ευδοκιμούσαν έστω και στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής. Υπήρξαν, βέβαια κατά καιρούς διάφοροι εκκεντρικοί σαλτιμπάγκοι που διεκδικούσαν την ψήφο του ελληνικού λαού αλλά ουδέποτε συσπείρωσαν γύρω τους τόσο φανατισμένο κοινό. Αλλωστε πριν από 25 χρόνια ο αρχηγός, σήμερα, κοινοβουλευτικού κόμματος Βασίλης Λεβέντης ήταν ένας συμπαθής τηλεοπτικός μπουφόνος που μοίραζε κατάρες και του μοίραζαν πίτσες. (Πιστεύω μάλιστα ότι αν γίνονταν έστω και πριν από ένα χρόνο εκλογές, ο Σώρρας θα έμπαινε στη Βουλή και θα ήταν και ρυθμιστικός παράγων).
Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό και το διαπιστώνουμε αν δούμε τι γίνεται όχι μόνο στη μεσογειακή γειτονιά μας αλλά και στους, υποτίθεται, πιο ορθολογιστές Βορειοευρωπαίους και, ακόμη χειρότερα, στις ΗΠΑ. Αλλά εμάς, η δική μας αυλή μάς ενδιαφέρει. Πρόκειται για φρενίτιδα λαϊκισμού ή για έναν απελπισμένο κόσμο που δεν έχει από πού να πιαστεί και είναι έτοιμος να πιστέψει οτιδήποτε από οιονδήποτε; Και τα δύο, αφού, κατά περίσταση, το δεύτερο είναι η γενεσιουργός αιτία του πρώτου. Ο απελπισμένος ωστόσο δεν είναι άμοιρος ευθύνης αφού ο τρόπος που διαχειρίζεται ο καθένας την απελπισία του είναι ενδεικτικός του πώς αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Ετσι, ο ωρυόμενος οπαδός του Σώρρα δεν έχει ως προς την αφετηρία του μεγάλη διαφορά από αυτόν που πίστεψε στο σχίσιμο των Μνημονίων ή ότι οι ξένοι θα παρακαλάνε για να δανείσουν. Ο δρόμος για την απομάκρυνση από την κοινή λογική άνοιξε από τη στιγμή που η απαξίωση των πολιτικών προσώπων ξέβαψε και στους θεσμούς της Δημοκρατίας. Από τότε που στην πλατεία των Αγανακτισμένων διατυπώθηκε το αίτημα να καεί η Βουλή, ο Σώρρας  ήταν ένας από τους αναμενόμενους επισκέπτες – ένας άλλος ήταν η Χρυσή Αυγή. Και για κάθε κρεμάλα που υψώνεται σήμερα ως πολιτική διαμαρτυρία, ένας καινούργιος Σώρρας είναι έτοιμος να μπουκάρει.