Είναι σχεδόν να απορεί κανείς: ένας σημαντικός ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Columbia, με ειδίκευση στη σύγχρονη Ελλάδα και την Ευρώπη, συγγραφέας βιβλίων όπως «Σκοτεινή Ηπειρος» και «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων», αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για την ιστορία της οικογένειάς του και αποδεικνύεται ότι κι εκείνη είναι εξίσου πλούσια και ταραγμένη;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Μια ιδέα της δίνεται καταρχήν από τον τίτλο του βιβλίου, που παρακάμπτοντας την αυστηρή ιστορική μεθοδολογία, είναι γραμμένος σε πρόσωπο β" ενικό: το «Οσα δεν είδες» του Μαρκ Μαζάουερ απευθύνεται μεν στο πατέρα του, σύμφωνα όμως με παλιότερες δηλώσεις τού συγγραφέα του είναι και μια αναζήτηση των τρόπων με τους οποίους η πολιτική, η ιστορία και οι προσωπικότητες των ανθρώπων είναι απόλυτα αξεδιάλυτες. «Στο κάτω κάτω», έλεγε χτες στα «NEA» ο Μαζάουερ, «δεν πρέπει να είμαστε εμμονικοί με τις κατηγοριοποιήσεις. Δεν έγραψα ένα ιστορικό βιβλίο με τη συνηθισμένη έννοια. Πρόκειται για την ιστορία της οικογένειάς μου, όπως την κατανοώ εγώ, ένας ιστορικός. Επρεπε να συνδυάσω το προσεκτικό βλέμμα του επιστήμονα και την προσήλωση στις πηγές, με τη μελέτη συγκεκριμένων ανθρώπων που γνώριζα. Δεν γράφουν συχνά οι ιστορικοί για τις προσωπικότητες των ανθρώπων. Είναι κάτι που το κάνουν οι λογοτέχνες».
Τέτοια ήταν τα ζητήματα που ο Μαζάουερ συζητούσε χθες με τον συνάδελφό του και διευθυντή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας Κωστή Καρπόζηλο σε μια κατάμεστη Στοά του Βιβλίου, όπου παρουσιαζόταν το βιβλίο. Συγκρινόταν λ.χ. το «Οσα δεν είδες» με το επίσης «οικογενειακό» «100 χρόνια μοναξιά», προκειμένου να διαπιστωθεί ότι εκεί που στο ένα, τον τόνο δίνει ο μαγικός ρεαλισμός, στο άλλο, τον λόγο έχει ο σκληρός ρεαλισμός της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Το γιατί ο ιστορικός αποφάσισε να στραφεί από το μεγάλο επίπεδο της επιστήμης του, στο συγκεκριμένο της οικογένειάς του, απαντήθηκε σχετικά εύκολα: ήθελε να εξηγήσει στα παιδιά του, πώς η ιστορία παρήγαγε ανθρώπους σαν τον παππού τους. Το ερώτημα ήταν ενδιαφέρον και για τον ίδιο, γιατί «οι ιστορικοί γράφουμε συχνά για αφηρημένες δυνάμεις κι έτσι ο κόσμος νομίζει ότι είμαστε επιστήμονες: τελικά και είμαστε και δεν είμαστε», παρατηρούσε.
Μέσα από τις πολύωρες ωστόσο συζητήσεις με τον πατέρα του, Μπιλ, αλλά και την έρευνα σε ημερολόγια και οικογενειακά αρχεία, διαπίστωσε ότι εξίσου επηρεασμένος από οικείες και εξωτερικές δυνάμεις ήταν και ο δικός του παππούς, Μαξ Μόρντχελ. Ηταν μέλος του Μπουντ, του ρωσοεβραϊκού σοσιαλιστικού κόμματος, που βρέθηκε απέναντι από τους Μπολσεβίκους, με αποτέλεσμα να καταφύγει κυνηγημένος στο Λονδίνο του Μεσοπολέμου. Εκεί γνώρισε τη σύζυγό του Φρούμα. Στο μεταξύ, δύο αδέρφια του πέθαναν στο Λένινγκραντ και στο εβραϊκό γκέτο της Βίλνα. «Δεν μίλησε ποτέ για αυτά» διηγούνταν ο Μαζάουερ. «Ο πατέρας μου δεν γνώριζε. Ηταν μια σιωπή που είχε αντίκτυπο πάνω του. Συχνά η σιωπή είναι μια ανταπόκριση στην αποτυχία. Σήμερα πιστεύουμε ότι είναι οι στιγμές αδυναμίας και θυματοποίησης που πρέπει να εκφράζουμε. Για τον πατέρα μου όμως, η σιωπή του Μαξ ήταν απελευθερωτική. Επέτρεπε στη γενιά του να κάνει αυτό που ήθελε».

Η Ακροδεξιά και οι ουτοπίες

Στο βιβλίο εμφανίζονται ένα σωρό πρόσωπα, όπως τα ετεροθαλή αδέλφια του πατέρα του Μαζάουερ (που αντιδρώντας στο παρελθόν του πατέρα τους στράφηκαν ο ένας στον φασισμό και η άλλη στη μυθοποίηση της τσαρικής Ρωσίας), αλλά και προσωπικότητες όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η Εμα Γκόλντμαν ή ο Νικολάι Κριλένκο, αλλοτινός γενικός εισαγγελέας της ΕΣΣΔ. Αντίθετα από όλους αυτούς, ο Μαξ, όπως και η σιωπή του, αντιπροσώπευε ένα όραμα για την Αριστερά που ειδικά μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ξεχάστηκε. «Ενας σκοπός του βιβλίου», έλεγε ο Μαρκ Μαζάουερ στη χθεσινή συζήτηση, «ήταν να δείξω ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα η κατανόησή μας για τις δυνατότητες της Αριστεράς στενεύει. Πριν από το 1917 είχε ποικίλες μορφές. Κι ενώ εκείνη η Επανάσταση θεωρήθηκε ως ένα επιτυχημένο μοντέλο Αριστεράς, σήμερα τα πράγματα δεν μοιάζουν έτσι ακριβώς. Υπήρχαν κι άλλα μοντέλα, που διατηρήθηκαν και στη δεκαετία του ‘20. Κι αυτό είναι κάτι που έχει να κάνει και με τη σημερινή κρίση της Αριστεράς».
Μα οι κοινωνικές ουτοπίες, ρωτούσαν λίγο νωρίτερα «ΤΑ ΝΕΑ», δεν είναι σήμερα το ίδιο γοητευτικές – χώρια που η Ακροδεξιά ανεβαίνει σε όλο σχεδόν τον πλανήτη. «Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που η Ακροδεξιά χρησιμοποιεί τις ουτοπίες» αποκρινόταν ο ιστορικός. «Είναι βέβαια βίαιες και κλειστές. Είναι όμως ειρωνικό που αφήνονται στην Ακροδεξιά, δυσκολεύοντας τα πράγματα για το υπόλοιπο κομμάτι του πολιτικού φάσματος». 
Ισχύει άραγε κάτι αντίστοιχο και στην Ελλάδα και ειδικά στη γνωστή του Θεσσαλονίκη, που το τελευταίο διάστημα, με αφορμή το Μακεδονικό, ακούει όλο και πιο δυνατά τις εθνικιστικές φωνές; «Το Μακεδονικό είναι από τα ζητήματα που βρίσκονται εκεί για να τα χρησιμοποιούν οι πολιτικοί» έλεγε. «Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όμως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτό. Θυμηθείτε την επίθεση στον δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη που έγινε με αφορμή το ζήτημα του Πόντου. Είναι ένα θέμα που δείχνει ξεκάθαρα πού καταλήγουν οι πολιτικές με έμφαση στα “τραύματα”». 
Λίγο αργότερα, ο Μαζάουερ θα συμπλήρωνε πως αναγνωρίζει στην ελληνική κυβέρνηση την προσπάθεια να λύσει το Μακεδονικό, έστω και με πολιτικό κόστος, αλλά και πως η Ελλάδα πρέπει να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας στα Βαλκάνια. Η συζήτηση στη Στοά του Βιβλίου θα πλησίαζε στο τέλος της, επικεντρωμένη στις αναμνήσεις του από τον πατέρα του, που ως μέλος του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας αποφάσιζε να αφήσει κι εκείνος πίσω, με τον τρόπο του, το οικογενειακό παρελθόν, αλλά και στις αμφιβολίες του ίδιου του Μαζάουερ σχετικά με το πόσα στοιχεία από την οικογενειακή ιστορία πρέπει τελικά να μεταδώσει στα δικά του παιδιά. 
Το ζήτημα ίσως λυθεί με τη βοήθεια όσων εκείνος έμαθε σκαλίζοντας το παρελθόν του Μαξ, του παππού του, και του Μπιλ, του πατέρα του. «Νομίζω ότι είναι χρήσιμο να αναλογίζεσαι πώς επηρεάστηκες από τους γονείς σου» αποκρινόταν στα «ΝΕΑ». «Η εύκολη απάντηση είναι “σε βάθος”. Τα αδέρφια μου όμως είναι διαφορετικά από μένα. Ας πούμε λοιπόν ότι διαπίστωσα πως το ενδιαφέρον για την Ιστορία υπήρχε και στον πατέρα και στον παππού μου. Τελικά, αυτά που νομίζουμε ότι επιλέγουμε δεν είναι απολύτως δικές μας επιλογές. Και αυτό δεν είναι κάτι κακό».