Οι ΗΠΑ έγιναν η χώρα του ΟΟΣΑ, με τις περισσότερες αιτήσεις για χορήγηση ασύλου για ακόμα μία χρονιά το 2017 σύμφωνα  με έκθεση του οργανισμού, αφήνοντας πίσω τη Γερμανία που ήταν πρώτη από το 2013. Ο ΟΟΣΑ καλεί τα κράτη να μην «αγνοούν την ανησυχία του κοινού» για το ευαίσθητο ζήτημα της μετανάστευσης.

Οι αιτήσεις χορήγησης ασύλου αυξήθηκαν κατά 26% πέρυσι στις ΗΠΑ, φθάνοντας συνολικά τις 330.000, αναφέρει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) στην έκθεσή του με τίτλο «Προοπτικές των διεθνών μεταναστεύσεων» η οποία δημοσιοποιήθηκε την ώρα που η κυβέρνηση Τραμπ επιβάλλει αυστηρά μέτρα στα σύνορα προκαλώντας σάλο επειδή χωρίζει τις οικογένειες των παράτυπων μεταναστών.

Ταυτόχρονα η Γερμανία κατέγραψε μείωση 73% στις αιτήσεις ασύλου σε σχέση με το ρεκόρ του 2016, φθάνοντας συνολικά τις 198.000, επισημαίνεται στην έκθεση. Ακολουθούν η Ιταλία (127.000 αιτήσεις), η Τουρκία (124.000) και η Γαλλία (91.000).

Συνολικά στις χώρες του ΟΟΣΑ υποβλήθηκαν το 2017 1,23 εκατομμύριο αιτήσεις, αριθμός που σηματοδοτεί μια «αισθητή μείωση» σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά (1,64 εκατ.), σύμφωνα με τον οργανισμό, ο οποίος διευκρινίζει πως πρέπει στους αριθμούς αυτούς να προστεθούν οι 550.000 Σύροι που εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία χωρίς να χρειαστεί να ζητήσουν άσυλο.

«Απομακρυνόμαστε από την κορύφωση της κρίσης των προσφύγων», όπου η πρόκληση ήταν η επείγουσα παροχή βοήθειας, για να μπούμε σε μια «περίπλοκη φάση», όπου προτεραιότητα είναι η ένταξη, υποστηρίζει στην εισαγωγή του ο Στέφανο Σκαρπέτα, διευθυντής κοινωνικών υποθέσεων στον ΟΟΣΑ.

Όμως αυτό δεν είναι χωρίς «προκλήσεις», επισημαίνει, διότι «η κρίση των προσφύγων αύξησε τις ανησυχίες της κοινής γνώμης όσον αφορά τα υποτιθέμενα πλεονεκτήματα των μεταναστεύσεων».

Για πρώτη φορά, ο ΟΟΣΑ επιχειρεί να υπολογίσει τις συνέπειες που έχουν αυτές οι αφίξεις προσφύγων για την απασχόληση, υπενθυμίζοντας πως οι προηγούμενες μελέτες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η επίδραση στην αγορά εργασίας είναι μακροπρόθεσμα «μικρή».

Όμως βραχυπρόθεσμα ο ενεργός πληθυσμός μπορεί να αυξηθεί «κατά 0,4% έως τον Δεκέμβριο 2020». Στη Γερμανία ο αριθμός των ανέργων θα μπορούσε «να αυξηθεί περίπου 6%» και σε ορισμένες χώρες «στις οποίες η συρροή προσφύγων είναι σημαντική» (Σουηδία, Γερμανία, Αυστρία) η επίδραση θα είναι «πιο αξιοσημείωτη» στις κατηγορίες που βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τους μετανάστες στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα στους άνδρες με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης.

«Παρόλο που αυτή η πληθυσμιακή υποομάδα είναι σχετικά περιορισμένη, μια νέα επιδείνωση των αποτελεσμάτων της στην αγορά εργασίας, που θα συνδέεται με τον ανταγωνισμό από τους πρόσφυγες (…), θα μπορούσε να επιφέρει μια ισχυρή επιδείνωση της κοινής γνώμης αναφορικά με τη μέση επίδραση των προσφύγων στην οικονομία», προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ.