Η προσφυγιά δεν έχει εθνικό, χρονικό ή κοινωνικό πρόσημο. Είναι μια αόρατη κλωστή που δένει τους ανθρώπους όταν γίνονται ένα κομβόι που ξεκινάει από κάτι συγκεκριμένο, οικείο, αγαπημένο, στέρεο, ασφαλές για να πάει προς μια εύθραυστη, ασαφή, επισφαλή, ξένη και, κατά κανόνα, εχθρική πραγματικότητα. Είναι μια βίαιη ανατροπή της συνέχειας της ζωής. Οχι της βιολογικής αλλά αυτής της έννοιας που παραγεμίζει με ενθυμήματα, παραδόσεις, μικροπράγματα, γεύσεις, μουσικές, γείτονες το μαγαζάκι της γωνίας, τη θάλασσα όπου πρωτοκολύμπησες, τη γωνία όπου έδωσες το πρώτο σου φιλί.
Είναι η περηφάνια που κουβάλησε μαζί του ο Μαζντ, μια απόδειξη ότι δεν ήρθε «άδειος» στην Ελλάδα, όπως λέει, προφανώς από ευγνωμοσύνη στη χώρα όπου στέριωσε. Είναι ο παππούς μου που μπήκε σε μια βάρκα στα παράλια της Μικράς Ασίας κουβαλώντας μαζί του τους «θησαυρούς» του, το μαντολίνο και το βιολάκι του. Είναι η γιαγιά του φίλου μου που, όπως έφευγε από τη Σμύρνη, έδωσε στην τουρκάλα γειτονοπούλα την κούκλα της για να τη φυλάξει και να της τη δώσει πίσω όταν, όπως νόμιζε, θα ξαναγύριζε. Είναι οι Εβραίοι που εκδιώχθηκαν, στις αρχές του 20ού αιώνα, από το χωριό τους στη Ρωσία, στην τελευταία σκηνή του «Βιολιστή στη στέγη». Και που όταν – παιδί ήμουν ακόμη – την είχα δει, εξεπλάγην καθώς νόμιζα ότι μόνο εμείς είχαμε «διωγμό». Είναι ο φίλος μου ο Γιώργος εκείνο το πρωινό του 2015 που, στις διακοπές του στη Λέσβο, τυχαία συναντήθηκε με ένα καραβάνι προσφύγων και, καθώς πήγε να δώσει σε ένα παιδί νερό, είδε στα μάτια του τα μάτια του πατέρα του – διωγμένος κι αυτός από τον Πόντο. Είναι η γυναίκα από τη Συρία που, μόλις βγήκε από τη βάρκα, έβγαλε μια σέλφι, απόδειξη ότι είναι ασφαλής, για να τη στείλει ποιος ξέρει πού. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι και εκατομμύρια άλλοι στα βάθη των χρόνων είναι «συμπατριώτες». Γιατί κοινή πατρίδα των ανθρώπων είναι η βία που τους διώχνει από τον τόπο τους.