Εχω τη βάσιμη υποψία ότι θα παραμείνουν απατεωνίσκοι μέχρι τέλους.
Παράδειγμα. Το επίσημο αγγλικό κείμενο της συμφωνίας με τα Σκόπια (διότι το ελληνικό είναι απλώς μετάφραση για ευκολία…) μιλάει για μακεδονική nationality.
Ως γνωστόν, nationality είναι η εθνικότητα – σε όλες τις πιθανές μεταφράσεις των αγγλικών…
Παρά ταύτα, ο Κοτζιάς το μετέφρασε στο ελληνικό κείμενο (που δεν είναι επίσημο) ως «ιθαγένεια». Και επιχειρηματολογούσε στη Βουλή ότι «εμείς δεν συμφωνήσαμε για εθνικότητα αλλά για ιθαγένεια».
Νομίζω ότι το παράδειγμα τα λέει όλα.
Ακόμη και στις δικές τους φανατικές εφημερίδες οι δικοί τους άνθρωποι έγραφαν χθες ότι η Ελλάδα έδωσε τη γλώσσα και την εθνότητα επειδή διαφορετικά «κάθε συμφωνία θα ήταν αδύνατη» (Σ. Βαλντέν, «Εφημερίδα των Συντακτών»).
Εχει μια λογική. Γιατί χρειάζονται λοιπόν τα φτηνά ψέματα;
Από εκεί και πέρα κατηγορούν την αντιπολίτευση ότι «έρχονται (…) να διχάσουν τους Ελληνες» («Αυγή», 17/6).
Πράγμα που υπονοεί ότι εκτός από ζήτημα νοημοσύνης έχουμε και πρόβλημα αριθμητικής.
Υπέρ της συμφωνίας είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, δυο τρεις από το Ποτάμι μαζί με τη ΔΗΜΑΡ και βαριά ένα 20% του κόσμου.
Κατά της συμφωνίας έχουμε όλα τα κόμματα της Βουλής (πλην των προαναφερθέντων) και (ανάλογα με τη μέτρηση) το 68-78% του κόσμου.
Οι συσχετισμοί προφανώς δεν λένε τίποτα για την ορθότητα μιας θέσης. Μπορεί οι λίγοι να έχουν δίκιο.
Πού ξανακούστηκε όμως οι πολύ λίγοι να κατηγορούν τους πάρα πολλούς ότι διχάζουν; Ή να μέμφονται τα 4/5 της κοινωνίας ότι είναι εθνικιστές, ακροδεξιοί, πατριδοκάπηλοι, όμηροι ακροδεξιών (ο Μητσοτάκης!) ή τυχοδιωκτών (η Φώφη!);
Δεν έχουν αίσθηση του μέτρου και των μεγεθών;
Ψυχραιμία, λοιπόν. Αλλά και ειλικρίνεια.
Διότι η ωμή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι που υποστηρίζουν σήμερα τη συμφωνία ξεκινούν από την ανομολόγητη πεποίθηση ότι κακώς υπήρχε θέμα.
Οτι αυτό δημιουργήθηκε αναίτια από τον Σαμαρά, τον Καραμανλή ή τον καπετάν Ανδρέα Ζέππο. Οτι οι απαιτήσεις μας ήταν παράλογες. Οτι τα Σκόπια είχαν το δίκιο με το μέρος τους αλλά αδικήθηκαν από τους δικούς μας εθνικιστές. Και «να κλείσει να τελειώνουμε διότι κάνει ζημιά στη χώρα».
Κακά τα ψέματα, αυτά είναι τα σημεία εκκίνησής τους. «Τα σιωπηλά μοντέλα» – για να θυμηθώ τον καθηγητή μου, τον Σαούλ Φριντλάντερ…
Και προσωπικά δεν έχω καμία αντίρρηση να τα κουβεντιάσω – αλλού να συμφωνήσουμε κι αλλού να διαφωνήσουμε. Αλλά εξωτερική πολιτική δεν κάνεις ούτε με ενοχές ούτε με τις παραδοχές του αντιπάλου σου.
Διότι τότε οδηγείσαι σε έναν κακό συμβιβασμό.
Και το πολύ πολύ κερδίζεις μια …γραβάτα!..