Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια χρονίζουσα εκκρεμότητα, όπως είναι αυτή του ονόματος της ΠΓΔΜ, μόνο βλαπτική είναι για τα εθνικά μας συμφέροντα. Είναι εξίσου σαφές όμως ότι μια λύση που περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να κάνει τους Ελληνες να αισθάνονται «εθνικά υπερήφανοι», όπως θα ήθελε ο Πρωθυπουργός. Η λύση δεν είναι παρά ένα αναγκαίο κακό. Η «θεραπεία», με άλλα λόγια, είναι οδυνηρή για να γιορτάζεται με φιέστες.
Μια κυβέρνηση δεν πρέπει να ακολουθεί πάντα το λαϊκό συναίσθημα – πολλές φορές πρέπει να καθοδηγεί την κοινωνία αντί να καθοδηγείται από αυτήν. Από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορεί να κυβερνά σαν το λαϊκό συναίσθημα να μην έχει καμία αξία. Δεν μπορεί να πανηγυρίζει όταν οι πολίτες υποδέχονται με αρνητικά συναισθήματα μια απόφασή της και ειδικά όταν η απόφαση αφορά ένα ζήτημα εγνωσμένης εθνικής ευαισθησίας.
Αυτή η συναισθηματική δυσαρμονία μαρτυρά ένα ευρύτερο χάσμα ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους πολίτες. Η κυβέρνηση χειρίστηκε το Μακεδονικό με την ίδια αγωνία που επιδεικνύει σε όλους της τους χειρισμούς: την αγωνία να εγγράψει μια επιτυχία στο ενεργητικό της χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το τίμημα που αισθάνονται ότι καταβάλλουν οι πολίτες. Δεν είναι η πρώτη φορά – οι πανηγυρισμοί για τα πλεονάσματα, μολονότι η επίτευξή τους είναι προϊόν φορολογικής αφαίμαξης, είναι ένα απτό παράδειγμα. Είναι η πρώτη φορά όμως που διαφημίζει ως επιτυχία κάτι που από τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών εισπράττεται ως επώδυνος συμβιβασμός.