Η χώρα αντιμετωπίζει εξαιρετικές οικονομικές προκλήσεις. Για παράδειγμα, καλείται να εξασφαλίζει τα επόμενα χρόνια 30 δισ. ετησίως για τις συντάξεις των περίπου 2.700.000 συνταξιούχων. Η δαπάνη αυτή και μόνο απαιτεί μια πολλαπλασιαστική, διεθνώς ανταγωνιστική οικονομία προϊόντων και υπηρεσιών υψηλότατης προστιθέμενης αξίας. Μόνο η νέα οικονομία της γνώσης μπορεί να τα εξασφαλίσει. Η διεθνής πρακτική τα πανεπιστήμια να συνεργάζονται με την οικονομία, να την τροφοδοτούν με καινοτομία και να συμμετέχουν στην παραγωγή πλούτου και νέων θέσεων εργασίας, είναι ελλειμματική στη χώρα μας. Διεθνώς, οι μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας αναπτύσσουν πλέον ερευνητικά εργαστήρια αιχμής μέσα στις πανεπιστημιουπόλεις και κλείνουν τα δικά τους. Μόνο στον τομέα της βιοτεχνολογίας επενδύονται στα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα περίπου 70 δισ. ετησίως. Η χώρα μας οφείλει να είναι παρούσα σε αυτή την έκρηξη επενδύσεων τεχνολογίας. Διαθέτει εξαιρετικό, διεθνώς ανταγωνιστικό επιστημονικό προσωπικό στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά της κέντρα, το οποίο μόνο την τελευταία 5ετία έχει φέρει 1,1 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Ο ιδιωτικός τομέας και οι τράπεζες πρέπει να δημιουργήσουν τα κατάλληλα επενδυτικά εργαλεία για τη χρηματοδότηση κοινών ερευνητικών έργων και κοινών εταιρειών τεχνοβλαστών (spinoffs, startups) μέσα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά μας κέντρα. Για να ανταποκριθούν τα πανεπιστήμια στη σημαντική αυτή πρόκληση, να βοηθήσουν δηλαδή την οικονομία της χώρας, απαιτείται η «απελευθέρωσή» τους από τρεις βασικές τους παθογένειες: τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της πολιτείας και την περιορισμένη αυτονομία και άρα προσαρμοστικότητά τους, την έλλειψη σημαντικής χρηματοδότησης για την επικαιροποίηση της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής αιχμής, τον τραυματισμό της διεθνούς τους αξιοπιστίας από τα φαινόμενα βίας και καταλήψεων. Στην επίλυση των παραπάνω προβλημάτων θα συνέβαλλαν πολλαπλασιαστικά οι παρακάτω παρεμβάσεις:
1. Εξασφάλιση χρηματοδότησης υλικοτεχνικών υποδομών αιχμής με την εφαρμογή τέλους εγγραφής εξαμήνου 100 ευρώ. Περίπου 500.000 προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί φοιτητές και μετεκπαιδευόμενοι θα συνέβαλλαν στη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων με περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως για υποδομές αιχμής και υποτροφίες. Η έμπρακτη συμμετοχή – επένδυση της κοινωνίας στην προσπάθεια των πανεπιστημίων να βοηθήσουν τη χώρα με 16 ευρώ τον μήνα ανά φοιτητή.
2. Χρηματοδότηση θέσεων καθηγητών / ερευνητών από τον ιδιωτικό τομέα (Endowed Chairs) που θα καλύπτουν κοινά ερευνητικά προγράμματα βασικής και μεταφραστικής έρευνας με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Ουσιαστική δηλαδή συνεργασία πανεπιστημίων και ιδιωτικού τομέα. 
3. Οργάνωση Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας – Τεχνογνωσίας σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, με επικεφαλής όμως στελέχη από τον ιδιωτικό τομέα. Ο μισθός τους εκτός Δημοσίου από την εταιρεία διαχείρισης της περιουσίας του πανεπιστημίου. Η διεθνής πείρα διδάσκει ότι οι πανεπιστημιακοί δεν είναι επιτυχείς επιχειρηματίες.
4. Αναζήτηση σημαντικών δωρεών της ελληνικής Διασποράς με τη διαχείρισή τους από τα αντίστοιχα ιδρύματά τους στο εξωτερικό: ο κ. Bangelos δώρισε 200 εκατ. στο Medical School Columbia University και ο κ. Behrakis 120 εκατ. στο Center Drug Discovery Northeastern University!
5. ΑΕΙ ελεύθερα σε πρόσβαση με ιδιωτική φύλαξη (άοπλη) και αυτεπάγγελτη πρόσβαση της Αστυνομίας ή με την απλή κλήση των κοσμητόρων. Δίχως ανοιχτά πανεπιστήμια, εγχώριες και διεθνείς επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη σε αυτά δεν πρόκειται να υπάρξουν. 
6. Απλοποίηση της διαδικασίας ίδρυσης spinoff, startup εταιρειών από καθηγητές / ερευνητές / φοιτητές. Το παράδειγμα του ελβετικού πολυτεχνείου ΕΤΗ είναι εξαιρετικά χρήσιμο ως πρότυπο. 
7. Απλοποίηση της λειτουργίας του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Ερευνας (ΕΛΚΕ) των πανεπιστημίων και λειτουργία του εκτός της εξαιρετικά γραφειοκρατικής Ενιαίας Αρχής Πληρωμών. Ο οικονομικός έλεγχος μετά τις δαπάνες. Οι χρονοβόροι διαγωνισμοί για την αγορά συγκεκριμένων αντιδραστηρίων και εργαστηριακών μηχανημάτων δεν έχουν νόημα, διότι η επιτυχής έρευνα απαιτεί δοκιμασμένη υλικοτεχνική και εργαστηριακή υποδομή και όχι τη φθηνότερη.

Ο Αχιλλέας Γραβάνης είναι καθηγητής Φαρμακολογίας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης και ερευνητής ΙΜΒΒ-ΙΤΕ