Το καταλαβαίνει κανείς και χωρίς να δει τις δημοσκοπήσεις: το εμπόριο του πατριωτισμού πουλάει. Πουλούσε πολύ πριν καταγγείλει ο Αλέξης Τσίπρας τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως πατριδοκάπηλο – πουλούσε από την εποχή που ο ίδιος ο Τσίπρας δήλωνε στη Βουλή ότι «κάποιοι εδώ μέσα δεν είναι και πολύ Ελληνες» ενώ απέξω το πλήθος ήταν έτοιμο να κατασπαράξει τους «κουίσλινγκ», τους «γερμανοτσολιάδες» και τους «προδότες του έθνους».
Σήμερα υπάρχει ένα πλήθος, όχι πολύ διαφορετικό από εκείνο της άνω και της κάτω πλατείας, που ανακαλύπτει τους δικούς του προδότες. Ο κύκλος των προδοτών μεγάλωσε όχι με τον υπαινικτικό τρόπο εκείνης της δήλωσης στη Βουλή, αλλά με τον μπρούτο της πλατείας. Δεν είναι «όχι και τόσο Ελληνες» ο Τσίπρας και ο Καμμένος. Είναι «προδότης καταδότης» ο ένας, «αλήτης πουλημένος» ο άλλος. Είναι το πλήθος που, όπως και τότε, έτσι και τώρα ονειρεύεται κρεμάλες, εκτελεστικά αποσπάσματα, δίκες για εσχάτη προδοσία.
Οπως και τότε, έτσι και τώρα, κανένας δεν νουθετεί αυτό το πλήθος. Κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να το επαναφέρει στη δημοκρατική τάξη, να βάλει ένα φρένο σε αυτόν τον νέο γύρο εθνικολαϊκιστικών κραυγών. Το τέρας εξακολουθεί να θρέφεται με την ανοχή των αριστερών και δεξιών, που άλλοτε ψώνισαν από τον αντιμνημονιακό αγώνα και τώρα ψωνίζουν από τον μακεδονικό. Τι μένει; Εκείνοι που σήκωσαν το βάρος της διπλής «προδοσίας». Οι «προδότες» της υπογραφής των Μνημονίων που σήμερα έγιναν «προδότες» της υπογραφής της συμφωνίας για  το όνομα της ΠΓΔΜ. Δεν είναι πολλοί. Και είναι αυτή η λειψανδρία που εξηγεί γιατί μια χώρα που βρέθηκε σχεδόν πάντα στη σωστή πλευρά των Βαλκανίων δυσκολεύεται τόσο πολύ να βρεθεί στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.