Τα βαφτίσια του γειτονικού μας κράτους δοκίμασαν ποικιλοτρόπως τον ορθολογισμό μας – μια εθνική αρετή, ας το παραδεχτούμε επιτέλους, που δεν είναι και το δυνατό μας σημείο. Επιτρέψτε μου να καταδείξω το μέγεθος του παραλογισμού με μια αλληγορική εικόνα. Υποθέστε ότι δύο συνέταιροι δίχως άλλο δεσμό μεταξύ τους πέρα από τα συμφέροντα της εταιρείας τους (Tsipras & Kammenos Association, ας πούμε) προσέρχονται σε μια συνάντηση με έναν τραπεζίτη από τη Severna Makedonija Bank για τη διαπραγμάτευση και την εξασφάλιση ενός δανείου προς την εταιρεία. Ο Καμμένος δηλώνει ευθύς εξαρχής ευθαρσώς πως δεν πρόκειται να υπογράψει για τη χορήγηση του δανείου, επειδή πιστεύει (ευελπιστεί, θέλει να πει) πως ούτε ο τραπεζίτης εντέλει θα υπογράψει. Αμήχανος ο τραπεζίτης απαντάει πως, εάν δεν υπογράψει ο Καμμένος, η συμφωνία μένει ξεκρέμαστη, όπως ξεκρέμαστη μένει και η ίδια η εταιρεία των Tsipras & Kammenos Association. Ο Τσίπρας, ο πιο αλέγρος από τους τρεις, παρεμβαίνει για να διευκρινίσει ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει σημασία. «Εδώ δεν ήρθαμε σήμερα για να υπογράψουμε καμία συμφωνία», καταλήγει. «Τη συμφωνία θα κληθούν να την υπογράψουν μετά από μήνες κάποια άλλα κορόιδα, εάν κληθούν καν. Εδώ ήρθαμε σήμερα για να κερδίσουμε χρόνο. Κοινοβουλευτικό χρόνο. Οπως και να επιταχύνουμε τη φθορά, αν όχι τη διάσπαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης». Pas mal. Τη λες και πονηρή τακτική εάν έχεις ως πρότυπό σου το Δρομοκαΐτειο.
   Στην περίπτωση του Μακεδονικού, εντούτοις, δεν βάλθηκε να μας τρελάνει μονάχα το δίδυμο διπολικής διαταραχής που μας κυβερνάει την τελευταία τριετία – και θα συνεχίσει να μας κυβερνάει όσο ένα μέρος της αντιπολίτευσης θα βγάζει το δίδυμο από τη δυσχερή θέση να συμφωνεί πάντοτε με τον εαυτό του. Υψηλές επιδόσεις παράνοιας καταγράφηκαν και στον λεγόμενο «εθνικιστικό» χώρο. Παραδοσιακά, οι ναζιστές και οι ακροδεξιοί θεωρούν τα εθνικά ζητήματα ως το προνομιακό πεδίο άσκησης των ρητορικών τους ικανοτήτων. Αφ" ης στιγμής απευθύνονται στον χαμηλότερο παρονομαστή νοημοσύνης, αρκεί να πλειοδοτήσουν με δυο τρία βαρελότα για να κερδίσουν το ακροατήριό τους. «Deutschland über alles» στους Γερμανούς, «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» στους Ελληνες και μαζεύεις όλη τη χαρτούρα από την τσόχα. Προσοχή μόνο μην μπλέξεις τα μπούτια σου: όχι «Deutschland» στους Ελληνες, ούτε «Ελλάδα» στους Γερμανούς. Ευχής έργον είναι, αν είσαι ο Νίκος Μιχαλολιάκος και αν το ξένο ίνδαλμά σου – ο Αδόλφος Χίτλερ, λόγου χάριν – έχει πει καμιά καλή κουβέντα για τους συμπατριώτες σου, να τους την κοπανάς ξανά και ξανά, αλλά δεν είναι και πολύ έξυπνο εκ μέρους σου να στρέφεις τη συζήτηση σε ευαίσθητα ζητήματα, όπως σε ποια χώρα παρέδωσε τη Μακεδονία σου ο Αδόλφος μόλις πάτησε το ποδάρι του στα Βαλκάνια. Καλύτερα να μην τα σκαλίζεις. Καλύτερα να μην αναφέρεις καθόλου ηγέτες που ήρθαν σε θερμό τετ α τετ με την πατρίδα σου. Καλύτερα να υιοθετείς ως ινδάλματα προσωπικότητες που δεν ασχολήθηκαν, ούτε πρόκειται να ασχοληθούν στο ορατό μέλλον με την Ελλάδα. Οπως τον Βίκτορ Ορμπαν. Ουγγαρέζος. Πώς διάολο να συνδέεται ένας Ουγγαρέζος με τα δικά σου πάτρια εδάφη;
  
Πρώην φιλελεύθερος ο 55χρονος σήμερα Βίκτορ Ορμπαν είδε αρκετά νωρίς το φως το αληθινό και κατανόησε ότι, καλά τα φιλελεύθερα μεταξωτά βρακιά, αλλά χωρίς λαϊκιστικές παπαριές δεν προκόβεις στην πολιτική. Αγκάλιασε κάθε ρατσιστική και συνωμοσιολάγνα θεωρία – ξέρετε, τη σκορδοκαΐλα του διεθνούς κατεστημένου να διαλύσει το ένδοξο έθνος των Ούγγρων -, κατέκτησε τρεις φορές την πρωθυπουργία (φέτος τον Απρίλιο πιο πρόσφατα) και μεσουράνησε ως ο Αϊ-Γιώργης κατά της επάρατης Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο οικοδόμος της «Ευρώπης των Εθνών», εκείνος που θα πειθαναγκάσει όλα τα ευρωπαϊκά κράτη να ζήσουν δίχως να μυρίζουν το ένα τα χνώτα του άλλου, από μακριά και αγαπημένα. «Το «χαστούκι» που δέχθηκαν από τη μεγάλη νίκη του», γράφει στην επίσημη ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής ο Γιώργος Μάστορας, «οι κάθε λογής εθνομηδενιστές, κοσμοπολίτες, «αντιρατσιστές», «αλληλέγγυοι» και λοιποί «δικαιωματάκηδες» ήταν πολύ οδυνηρό». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο έφιππος ηγέτης της Νέας Δεξιάς, υπό τον επικολυρικό τίτλο «Πονάει ο Σόρος, μαζί και οι… ντιντήδες μας», υπερθεματίζει στη Δημοκρατία της 13.4.18: «Εάν υπάρχει σήμερα ένας πραγματικός Ευρωπαίος, ένας ηγέτης που αντιστέκεται στην αντιευρωπαϊκή, αντιχριστιανική και βαθιά ολοκληρωτική πολιτική του διεφθαρμένου ιερατείου των Βρυξελλών, που υπερασπίζεται τα συμφέροντα, την ταυτότητα και την ασφάλεια του Εθνους του και τις αληθινές κοινές αξίες, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν τα ευρωπαϊκά έθνη, αυτός είναι ο Βίκτορ Ορμπαν»… Βίκτορ ζεις, εσύ μας οδηγείς.
Και ύστερα ήρθε ο όλεθρος. Θα περίμενε κανείς, καθαρά για λόγους εθνικιστικής αβρότητας, ο Βίκτορ να πει δύο καλά λογάκια για τους συμπατριώτες μας που, χωρίς κανένα προσωπικό όφελος, πίνουν νερό στο όνομά του και στρέφουν με ευρωκτόνες προσδοκίες το βλέμμα τους πάνω του, ενώ την ίδια ώρα δίνουν τον αγώνα τον καλό για τη Μακεδονία μας και δηλώνουν ότι αξίζει «το τέλος του Γούναρη» – τουτέστιν, το εκτελεστικό απόσπασμα – σε όσους μειοδότες υπογράψουν τη συμφωνία με τα Σκόπια (φρέσκια δήλωση του έφιππου κι αυτή). Η αλήθεια είναι ότι ο Βίκτορ είπε δύο καλά λογάκια – και κάτι παραπάνω από δύο καλά λογάκια -, αλλά όχι για τους συμπατριώτες μας. Επλεξε το εγκώμιο του VMRO, του πιο αδιάλλακτου εθνικιστικού κόμματος της FYROM, εκείνου που, με πολιορκητικό κριό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Γκιόργκι Ιβάνοφ, θέλει να στήσει στα έξι βήματα τους δικούς του «προδότες», όσους βάλουν την υπογραφή τους σε οποιοδήποτε άλλο όνομα εκτός από το «Μακεδονία» νέτα σκέτα. «Τους θαρραλέους και συνετούς ηγέτες» κανάκεψε ο Ορμπαν τις κεφαλές του VMRO, «που δεν υποχωρούν στην πίεση ξένων δυνάμεων».
Μουρλάθηκες, Βίκτορ; Τους «γυφτοσκοπιανούς» πιέζουν οι ξένες δυνάμεις; Εμάς πιέζουν, τους απευθείας απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πώς τα μπαλώνουμε τώρα; Να βγούμε να σε κράξουμε; Γίνεται να κράξουμε εσένα χωρίς να κράξουμε και τα μούτρα μας; Δεν γίνεται. Μισή ντροπή δική σου, μισή ντροπή δική μας. Καλύτερα να κάνουμε το κουνέλι. Πως δεν ακούσαμε τι είπες, πως δεν καταλάβαμε, πως ένα ρακούν πετάχτηκε, σου άρπαξε τα χειρόγραφα, όσο καθάριζες τα γυαλιά σου, και σου έβαλε άλλα μπροστά, χαλκευμένα από τον Τζορτζ Σόρος… Μην ανησυχείς. Κάτι θα βρούμε. Και τίποτε να μην βρούμε, πάλι δεν τρέχει κάστανο. Είναι εκπαιδευμένο το ακροατήριό μας, όπως και το δικό σου. Μπορούμε να του λέμε παπάδες. Τρέλες στις Σεϋχέλλες. Αρκεί να κλείνουμε πάντα με τον εθνικό ύμνο.