Πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι παρακολουθούν αγόγγυστα την άνοδο του λαϊκιστικού εθνικισμού στην Ευρώπη και ειδικά τις σκληροπυρηνικές κυβερνήσεις στην Ουγγαρία και την Πολωνία. Μέσα σε λίγες ώρες και αρκετό ψάξιμο στο Google, μπορεί να πληροφορηθεί κανείς πως και στις δύο χώρες οι κυβερνήσεις ασκούν ασφυκτικό έλεγχο στα κρατικά μέσα ενημέρωσης, έβαλαν πόδι στα ιδιωτικά, αποδυνάμωσαν τα συνταγματικά δικαστήρια, επιτέθηκαν στους μετανάστες, ενίσχυσαν τον λόγο μίσους απέναντι στους Εβραίους, τους μουσουλμάνους και άλλες μειονότητες και δημιούργησαν στρατιές από τρολ στο Διαδίκτυο. Αλλά το βασικό ερώτημα μπορεί και να μένει αναπάντητο: γιατί αυτές οι κυβερνήσεις είναι τόσο δημοφιλείς;
Η απάντηση βρίσκεται σε κάτι που οι αναλυτές παραβλέπουν: αυτές οι κυβερνήσεις δεν είναι μόνο εθνικιστικές. Είναι και σοσιαλιστικές. Στην Πολωνία, ας πούμε, το κυβερνών κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) απέσπασε το 38% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές του 2015. Τον Απρίλιο του 2018, παρά τον αυταρχισμό που διακρίνει αυτό το κόμμα και την ενόχληση της ΕΕ για την πολιτική του, η υποστήριξη στις δημοσκοπήσεις ανέβηκε στο 40%. Αλλά το ακροδεξιό PiS δεν οφείλει τη δημοφιλία του μόνο στην αντιμεταναστευτική ρητορική του. Πράγματι, η καθολική εθνικιστική Δεξιά κινείται γύρω στο 30% από το 1989 με τη ρητορική του να είναι αντισημιτική, αντιευρωπαϊκή, αντιμεταναστευτική και αντιρωσική. Το πραγματικά νέο στην κυβέρνηση του PiS είναι η κοινωνική της στροφή.
Η Πλατφόρμα των Πολιτών, το κόμμα που προέκυψε από το συνδικάτο Αλληλεγγύη και κυβέρνησε ώς το 2015, πρόδωσε τις ρίζες του ακολουθώντας νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές. Το πρώην κομμουνιστικό κόμμα στράφηκε προς τη σοσιαλδημοκρατία τη δεκαετία του 1990 και πρόδωσε τις ρίζες του κατά τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, το PiS ενίσχυσε όσο κανένα άλλο κόμμα στο παρελθόν το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας με το πρόγραμμα «Οικογένεια 500+», από το οποίο ωφελήθηκαν 2,5 εκατομμύρια οικογένειες. Οι φιλελεύθεροι ευρωπαϊστές πολιτικοί διαμαρτύρονταν ότι ένα τόσο γενναιόδωρο πρόγραμμα θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό. Οπως αποδείχθηκε όμως στην πραγματικότητα η οικονομική δραστηριότητα αυξήθηκε.
Είναι να απορεί κανείς που οι φιλελεύθεροι δυσκολεύονται να προσελκύσουν ψηφοφόρους; Πολλοί Πολωνοί βλέπουν μια κυβέρνηση που νοιάζεται για τον απλό πολίτη και ας καταγγέλλουν οι φιλελεύθεροι τις αντιδημοκρατικές τους μεθόδους. Η αλήθεια είναι ότι το πρόγραμμα πέτυχε – αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του το γεγονός ότι η γονιμότητα αυξήθηκε μέσα σε δύο χρόνια από τις 1,29 γεννήσεις σε 1,42. Η θεαματική επιτυχία του προγράμματος έκανε και άλλες χώρες να ακολουθήσουν το πολωνικό πρότυπο. Η Λιθουανία, για παράδειγμα, υιοθέτησε πριν από μερικούς μήνες μια δική της εκδοχή.
Αυτοί που νοιάζονται για τη δημοκρατία στην Πολωνία, την Ουγγαρία και αλλού στην Ευρώπη θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι πολλοί ψηφοφόροι ελκύονται από το όραμα της εθνικιστικής Δεξιάς για ένα κοινωνικό κράτος που θέτει σε προτεραιότητα τα εθνικά συμφέροντα, νοιάζεται για τους φτωχούς και στηρίζει τις οικογένειες. Οι φιλελεύθεροι δημοκράτες δεν μπορούν να αντιγράψουν την εθνικιστική Δεξιά. Μπορούν όμως να βγάλουν τις ιδεολογικές τους παρωπίδες και να μάθουν κάνα δυο πράγματα από τους αντιπάλους τους σχετικά με τις πολιτικές που είναι αποτελεσματικές για τον λαό.

Ο Μίτσελ Α. Ορενστάιν είναι καθηγητής Ρωσικών και Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Είναι επίσης συγγραφέας, μαζί με τη Χίλαρι Εϊπιλ, του βιβλίου «From Triumph to Crisis: Neoliberal Economic Reforms in Postcommunist Countries»