Τη θυμάται στο σπίτι της, καθισμένη στην πολυθρόνα, με τα μαύρα γυαλιά, την ηρεμία και το «καυστικό αλλά ανθρώπινο χιούμορ της». Με εκείνα τα τσιγάρα, τη γεμάτη χάρη ακινησία της, τον τρόπο της να μιλάει απλά, με λίγο σαρκασμό, χωρίς καμία διάθεση για διανοουμενίστικες συζητήσεις. «Tην ενδιέφερε το μυστήριο της ζωής», θυμάται. «Θυμάμαι βέβαια και την περίοδο που αρρώστησε. Το σοκ στο νοσοκομείο. Ισως ήταν καλό να μην το έχω δει».
Η Ρούλα Πατεράκη γνωριζόταν καλά με τη Λούλα Αναγνωστάκη. Παρακολουθούσε τα ανεβάσματα των έργων της ήδη από το ντεμπούτο τους στο Θέατρο Τέχνης, το 1965: «Η διανυκτέρευση», «Η πόλη» και «Η παρέλαση» είχαν παρουσιαστεί τότε ως ενιαία παράσταση από τον Κουν. Στις λέξεις τους διαφαινόταν ήδη ένας «τεράστιος υπαρξιακός και ψυχαναλυτικός μηχανισμός αλλά και ένας πολιτικός λόγος, πολύ προχωρημένος και ιδιόρρυθμος». Τον δε ρόλο της Ελισάβετ στην «Πόλη» η Πατεράκη ήθελε πολύ να τον ερμηνεύσει. Δεν συνέβη ποτέ.
Μια παράσταση της «Πόλης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει στο πλαίσιο του αφιερώματος που οκτώ μήνες μετά τον θάνατό της Αναγνωστάκη  διοργανώνει το Φεστιβάλ Αθηνών. Θα υπάρχει επίσης μια αναδρομική έκθεση για το έργο της, καθώς και ένα συμπόσιο με συμμετοχή ανθρώπων του θεάτρου και όχι μόνο που έχουν σχετιστεί μαζί της. Η Πατεράκη από τη μεριά της θα παρουσιάσει μια επτάωρη παράσταση (ή ακριβέστερα περφόρμανς) σε δύο μέρη που προσεγγίζει «μετα-δραματουργικά» το σύνολο των θεατρικών της συγγραφέως, επιστρατεύοντας πλέον των τριάντα ηθοποιών που «την είδαν, την γνώρισαν, την ερμήνευσαν, την φαντάστηκαν». Γενικός της τίτλος: «Εργοτάξιο Λούλα Αναγνωστάκη».
Εργοτάξιο; Είναι δηλαδή κάτι ανολοκλήρωτο, ημιτελές, σισύφειο; «Ακριβώς. Μια προσπάθεια είναι, ενδεχομένως χονδροειδής – γιατί το έργο της θέλει τουλάχιστον 2-3 χρόνια για μελετηθεί συνολικά – να παρουσιάσουμε όλα τα θεατρικά της, δίνοντας έμφαση στα βασικά χαρακτηριστικά που συνολικά τα διέτρεχαν, ψηλαφίζοντας με τις παραλείψεις μας ή και τις παρανοήσεις μας, μια ιδιαίτερη συγγραφέα, στην οποία κρύβεται η Ελλάδα από τον πόλεμο και μετά», λέει η Πατεράκη. «Αλλά και η ίδια η Λούλα, θα έλεγε κανείς, μια περίεργη Ελλάδα είναι. Τη θεωρώ τη Βιρτζίνια Γουλφ της Ελλάδας. Πιστεύω πως αν ήταν στο εξωτερικό, θα είχε τέτοιο μέγεθος και κύρος».

ΤΑ ΕΡΓΑ. Οι σχετικές ανακοινώσεις κάνουν λόγο για μια «μαραθώνια, ραδιοφωνικής υφής παρουσίαση». Θα περιλαμβάνει μουσική, κάποιους χορευτές ενίοτε, παράλληλα κείμενα ή και παρεμβάσεις μιας δραματουργικής ομάδας που αποτελείται από την Πατεράκη, τον Μάνο Λαμπράκη, τον Θοδωρή Τσαπακίδη και τη Δανάη Παπουτσή. Εκείνα τα δύο μέρη αντιστοιχούν στη «Λευκή παράσταση», που αναζητά «την πιο προσωπική, την ψυχαναλυτική Λούλα» και στην «Κόκκινη παράσταση», όπου διερευνάται ο πολιτικός λόγος της.
Στην πρώτη θα ακουστούν έργα όπως το «Ο ουρανός κατακόκκινος», ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει θεατρικά όπως το «Ταξίδι μακριά». Ορισμένα (η «Τριλογία της Πόλης», «Αντόνιο ή Το μήνυμα», «Η κασέτα», «Σ" εσάς που με ακούτε», «Ο ήχος του όπλου» κ.λπ.) εμφανίζονται και στις δύο παραστάσεις. Ισως επειδή στην περίπτωση της Αναγνωστάκη, το πολιτικό και το προσωπικό επικοινωνούν με τρόπο που καταργεί το μεταξύ τους όριο. «Πάρτε για παράδειγμα το «Αντόνιο», που θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτικό έργο», διευκρινίζει η Πατεράκη. «Την ίδια στιγμή όμως οι ηρωίδες του έχουν μονολόγους που μόνο ο Τένεσι Ουίλιαμς θα μπορούσε να είχε γράψει».
Ποια είναι λοιπόν η κοινή πολιτική και ταυτόχρονα προσωπική στάση πίσω από τα κείμενά της; «Νομίζω ότι υπάρχει μια απόγνωση και μια απελπισία, απέναντι σε ένα κόσμο γεμάτο υποκρισία», αποκρίνεται η Πατεράκη, «ένα κόσμο χωρίς καθαρές πολιτικές γραμμές και εντιμότητα. Η Αναγνωστάκη κρίνει όλο το πολιτικό φάσμα διαπιστώνοντας ότι είναι χαμένο το παιχνίδι των ιδεολογιών και μένοντας με την απόλυτη γνώση ενός στημένου παιχνιδιού, που κρύβεται και πίσω από τον έρωτα, τις φιλίες, τη ζωή. Ολα της τα έργα μοιάζουν σαν να έχουν αυτή την υποσημείωση, γραμμένη με πικρό και ειρωνικό τρόπο».
Υπάρχουν άραγε και υποσημειώσεις που δεν έχουν βρει ακόμα το σκηνικό και υποκριτικό ανάλογό τους; «Φυσικά, αλλά στην Ελλάδα κοιτάζουμε πώς να βολευτούμε με ένα μονότροπο φαινόμενο και να είμαστε κι ευχαριστημένοι. Είναι πολυσχιδής όμως και πολυπρόσωπη η Αναγνωστάκη. Τα έργα της δεν μπορούν να παρασταθούν με λίγα χρήματα. Καμιά φορά την ανεβάζουν σαν να είναι φθηνή. Στον Πίντερ δεν τολμούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Στη Λούλα όμως το κάνουν».
Το φαινόμενο λοιπόν θα μπορούσε να αφορά όλους τους εγχώριους δραματουργούς. «Νομίζω ότι αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση», συμφωνεί η ηθοποιός και σκηνοθέτρια. «Πολλοί θέλουν να ανεβάσουν κάτι εύκολο, ηθογραφικό, που να μιλάει στον μικροαστό. Υπάρχουν όμως συγγραφείς, υπάρχει ο Γιάννης Μαυριτσάκης, η Μαρία Ευσταθιάδη και τόσοι ακόμα. Ισως δεν είναι πολύ γνωστοί, είναι όμως πολύ δυνατοί. Θα ήθελα να ανεβάσω ελληνικό έργο αυτά τα χρόνια. Είναι ευκαιρία να είμαστε με τους δικούς μας, ειδικά όταν είναι τόσο καλοί».