Ποσειδωνίες τις λέγαμε κι εμείς τότε, όταν ήμουν παιδί, στο νησί. Αλλωστε και οι μεγάλοι έτσι τις έλεγαν. Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, διαβάζοντας το θέμα του Προκόπη Γιόγιακα, μαθαίνω ότι αυτή είναι η επιστημονική τους ονομασία. Ενώ είχα μείνει με την εντύπωση ότι ήταν μια επινόηση των νησιωτών. Κάτι που πίστευα ότι παρέπεμπε σε μικρές επικράτειες του Ποσειδώνα, του θεού της θάλασσας, στη στεριά. Πολλές οι ποσειδωνίες στις παραλίες τότε. Δεν κολυμπούσαμε, παίζαμε εκεί. Μας άρεσε να βουτάμε τα μικρά πόδια μας σε αυτήν τη μάζα από φύκια, να προσπαθούμε να περπατήσουμε μέσα στην παράξενη ύλη, κάναμε και αγώνες αν θυμάμαι καλά. Οι γονείς μας δεν μας άφηναν, δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Κρυφά πηγαίναμε, αλλά μας καταλάβαιναν γιατί βρωμοκοπούσαμε όταν γυρίζαμε σπίτι. Είναι πολύ χαρακτηριστική η μυρωδιά. Αφήστε που όλο και κάποιο φύκι θα είχε κολλήσει στα μαλλιά μας.
Μετά μεγαλώσαμε. Και, εν τω μεταξύ, μίκρυναν οι ποσειδωνίες. Μέχρι που εξαφανίστηκαν εντελώς. Οχι μόνο στη Σύρο, αλλά και στην Πάρο και σε άλλες παραλίες που θυμάμαι από παιδί. Παραλίες στενές σαν μονοπάτια, με βράχια και με φύκια, ξαφνικά μεγάλωσαν, τα φύκια εξαφανίστηκαν, τα βράχια λειάνθηκαν. Τώρα χωράνε ξαπλώστρες και ομπρέλες που μοιάζουν σαν πλεχτές με βελονάκι, αυτό είναι το νέο trend. Εφεραν, λένε, άμμο για να τις επεκτείνουν. (Ελπίζω άμμο ελληνική, γιατί μαθαίνω ότι σε κάποιες, καταχρηστικά «ιδιωτικές», παραλίες φέρνουν άμμο από το Μπαλί). Βαφτίστηκαν και με καινούργια ονόματα, εξωτικά ή διανοουμενίστικα.
Κι εκεί που πας να βουλιάξεις στη νοσταλγία, έρχεται η πραγματικότητα. Κατά κανόνα, πλάι σε αυτές τις «καινούργιες» παραλίες, χτίστηκαν ξενοδοχεία, σπίτια, έγιναν ταβέρνες, μαγαζιά. Το τοπίο εν μέρει άλλαξε, άλλαξε όμως και η ζωή των κατοίκων. Σε αυτό ακριβώς το μεταίχμιο πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή. Ανάμεσα στον σεβασμό στη φύση – που αν πρόκειται για θάλασσα μιλάμε για εθνικό πλούτο – και την ανάγκη για επιβίωση.