Η σκηνή έχει γεμίσει με χοντρά λευκά βότσαλα παραλίας. Οσο περπατάνε πάνω τους οι ήρωες, ντυμένοι με άσπρες ολόσωμες φόρμες, κάνουν έναν θόρυβο ξυπνώντας αναμνήσεις από καλοκαιρινές εξορμήσεις σε ακτές. Δύο απ" αυτούς υψώνουν ένα μεγάλο πανό, πάνω στο οποίο πέφτει μια προβολή, ενώ η τρίτη με μια σκούπα ανοίγει διαδρόμους στις στοίβες με τα χαλίκια. Το βίντεο που παίζει είναι τραβηγμένο σε μια ακρογιαλιά και μοιάζει με home video. Ο πατέρας της οικογένειας Τάδε αφηγείται τις νεανικές του περιπέτειες στην περιοχή, ενώ η κόρη με τον γιο του απαθανατίζουν τις στιγμές, και καταλήγει στην υπόσχεση να φτιάξει μια βίλα εκεί. Μόλις η προβολή ολοκληρώνεται, το πανό μαζεύεται και σε πρώτο πλάνο έρχεται μια πλατφόρμα με ξαπλώστρες, κίονες, κουβάδες, μια ελιά και στη γωνία ένα ομοίωμα πισίνας πολυκαιρισμένης, μέσα από την οποία φύτρωσαν παλιόχορτα.
Εικόνες από ένα εξοχικό σπίτι που καταρρέει τη στιγμή που ο κύριός του πασχίζει να το κρατήσει στη ζωή. Πάνω σ" αυτήν την ιδέα χτίστηκε η παράσταση «Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας» της Αλεξάνδρας Κ. στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Σαράντος – Γεώργιος Ζερβουλάκος, ο οποίος τονίζει τις οικογενειακές σχέσεις που φτάνουν στα άκρα τους, όταν ο Αντώνης Τάδε αρνείται να παραχωρήσει το αυθαίρετο εξοχικό του σε μια κρατική απαλλοτρίωση για την κατασκευή μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας. Και συγκρούεται όχι μόνο με τους κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και με τα ίδια του τα παιδιά.
Η παλιά γενιά που αντιπροσωπεύει την παγιωμένη «κακή» κατάσταση, τώρα, αν και πνέει τα λοίσθια, κάνει την αντεπίθεσή της, πληγώνοντας την κακομαθημένη καινούργια. Ο πάτερ φαμίλιας Μανώλης Μαυροματάκης, ανίσχυρος απέναντι στο ξένο κεφάλαιο που απειλεί να σαρώσει τις ρίζες του, σηκώνει παντιέρα επαναστατική. Φωνάζει το σύνθημα «Μολών λαβέ» με πρόσχημα το μέλλον των παιδιών του Δημήτρη Πασσά και Ρόζας Προδρόμου, το οποίο εκείνα ωστόσο αρνούνται να αγκαλιάσουν, κηρύσσει τη γη που ο ίδιος έχει καταπατήσει ανεξάρτητο κράτος. Η προσωπική του μυθολογία κορυφώνεται και γίνεται λαϊκός ήρωας για μία ημέρα, φτάνοντας μέχρι την πύρρειο νίκη στη μάχη με το κεφάλαιο. Αν και τελικά κρατάει την ιδιοκτησία του, γίνεται τουριστική ατραξιόν για το γειτονικό θέρετρο, χάνοντας τελικά την ουσία της προσπάθειάς του.
Η Αλεξάνδρα Κ. έχτισε μια ιστορία αποθεώνοντας τη μικροαστική ελληνική οικογένεια των περασμένων δεκαετιών, που επιβιώνει στην περίοδο της κρίσης με την αναγκαστική της μετάλλαξη και μένει να μετράει τις πληγές της. Παίζει με τα στερεότυπα, δίνει εικόνες που κάτι θυμίζουν από τα προσωπικά βιώματα όλων. Είναι μια κωμωδία που κουβαλάει τα μηνύματά της για το χάσμα των γενεών και την πραγματική κατάσταση της «αγίας δεμένης οικογένειας» και φτάνει μέχρι το δράμα για να τα ακουμπήσει μπροστά στους θεατές της.