Οι επίσημες αντιδράσεις ήταν θετικές: συχνά επιφυλακτικές, αλλά θετικές. Για την «αρχή μιας νέας ιστορίας» έκανε λόγο το Πεκίνο, ο βασικός σύμμαχος της Πιονγκγιάνγκ, φροντίζοντας να σημειώσει τον «σημαντικό και απολύτως μοναδικό ρόλο» που έχει να παίξει η Κίνα στον δρόμο της «απόλυτης αποπυρηνικοποίησης» αλλά και της «ειρηνευτικής διαδικασίας» στην Κορεατική Χερσόνησο. Για ένα «σημαντικό βήμα» μίλησε η Μόσχα. Για «ένα πρώτο βήμα», το Τόκιο. Για ένα «κεφαλαιώδους σημασίας βήμα», η ΕΕ. Για ένα «σπουδαίο βήμα», το Παρίσι, που δεν παρέλειψε να στηλιτεύσει ωστόσο τα δύο μέτρα και δύο σταθμά της Ουάσιγκτον, η οποία αποχώρησε πρόσφατα από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Μεταξύ των σχολιαστών, όμως, λίγοι συμμερίζονται τον ενθουσιασμό του Μουν Τζάε Ιν, του προέδρου της Νότιας Κορέας, ο οποίος δήλωσε πως «η συμφωνία της Σεντόζα θα μείνει στην παγκόσμια Ιστορία ως ένα γεγονός που έβαλε τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο».  
Ακόμη και ο Βίκτορ Τσα, πρώην υπεύθυνος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ για θέματα Ασίας, έκρυβε χθες κάτω από τον τίτλο του άρθρου που υπέγραψε στους «New York Times» – «Ο Τραμπ και ο Κιμ μόλις μας γύρισαν πίσω από το χείλος του πολέμου» – αρκετές επιφυλάξεις. Το κοινό ανακοινωθέν των δύο ηγετών δεν ήταν ικανοποιητικό, αναγνώριζε. Ο Κιμ δεν δεσμεύτηκε σε μια εξακριβώσιμη και αμετάκλητη διάλυση των πυρηνικών προγραμμάτων του. Ο Τραμπ εκθείασε έναν δικτάτορα που, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, θα έπρεπε να βρίσκεται ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η ευκαιρία που δόθηκε στον Κιμ για φωτογραφίες με τον ηγέτη του ελεύθερου κόσμου είναι η απόλυτη νομιμοποίηση για αυτό το κράτος – παρία. Αλλά στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας δεν υπάρχουν ποτέ καλές πολιτικές επιλογές – υπάρχουν μόνο επιλογές ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο. Για πρώτη φορά από το 1953, επέμεινε ο Τσα, άνοιξε η πόρτα για την ειρήνη στην Κορεατική Χερσόνησο.
Ενα ιστορικό βήμα προόδου είδε στη χθεσινή συνάντηση κορυφής και ο Τζόναθαν Φρίντλαντ, ο αρθρογράφος της «Guardian» – μόνο όμως για τον Κιμ. Ενας χρήσιμος τρόπος να τεστάρουμε τη συμφωνία, επισήμανε, είναι να φανταστούμε τι θα είχε πει ο Τραμπ αν ήταν ο Ομπάμα εκείνος που είχε ανταλλάξει χειραψία με τον βορειοκορεάτη δικτάτορα. Θα του είχε ρίξει κουβάδες χλευασμού για το χαρτί που υπέγραψε, το εγκώμιο που έπλεξε σε έναν κτηνώδη τύραννο και τις μηδαμινές μη παραχωρήσεις που έλαβε ως αντάλλαγμα. Θα είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία «φριχτή» και τον Ομπάμα «κορόιδο» που την υπέγραψε.
παγκόσμιος ηγέτης. Αλλοτε εξοστρακισμένος ως παρίας, ο Κιμ αντιμετωπίστηκε σαν ένας παγκόσμιος ηγέτης ισότιμος με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Εγκατέλειψε λοιπόν τη Σιγκαπούρη έχοντας κερδίσει μεγάλο μέρος της διεθνούς νομιμότητας που η δυναστική δικτατορία επεδίωκε για δεκαετίες. Και τι έδωσε ως αντάλλαγμα; Μια συμφωνία που, κατά πολλούς ειδικούς, είναι ακόμα πιο «αδύναμη» από ό,τι φοβούνταν. Πιο αδύναμη και από εκείνες που είχε υπογράψει η Πιονγκγιάνγκ με τις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και το 2005: η πρώτη περιλάμβανε ένα καθεστώς επιθεωρήσεων, η δεύτερη μια διαδικασία εξακρίβωσης. Είναι φυσικά καλύτερα για τον κόσμο που ο Τραμπ και ο Κιμ σφίγγουν τα χέρια αντί να εκτοξεύουν ύβρεις και να απειλούν με πυρηνικό πόλεμο. Και είναι πιθανό η διπλωματική διαδικασία να προχωρήσει, να καλύψει ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο τα κενά. Προς το παρόν, ωστόσο, ο μόνος που έχει λόγους να πανηγυρίζει είναι ο Κιμ – οι υπόλοιποι έχουμε έναν ακόμα λόγο να θρηνούμε που το πλέον ισχυρό έθνος του κόσμου βρίσκεται σε τόσο ανίκανα χέρια.