Επειδή το Σκοπιανό μπήκε σε φάση όπου θα ακουστούν όλες οι πιθανές (και απίθανες) παπάρες, να θυμίσουμε μερικά αυτονόητα πράματα.
Πρώτον, η χώρα διαθέτει κυβέρνηση και κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Θέλει να λύσει το Σκοπιανό; Με γεια της, με χαρά της. Μπορεί να το λύσει; Ας το λύσει.
Ολη μαζί η κυβέρνηση. Κι όσο διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η κατηγορία «μισή κυβέρνηση» δεν υπάρχει.
Οι υπόλοιποι θα αξιολογήσουν την κυβέρνηση στην κάλπη. Κυριακή κοντή γιορτή. Αν θεωρηθεί ότι η λύση λειτουργεί επί ζημία των εθνικών συμφερόντων, τότε οι υπεύθυνοι θα αξιολογηθούν κατά το Σύνταγμα και σε άλλα επίπεδα.
Απλά πράγματα. Ετσι λειτουργούν οι δημοκρατίες.
Δεύτερον, κάποιος να εξηγήσει στον Κοτζιά ότι όλες οι διεθνείς διαπραγματεύσεις γίνονται ad referendum, εκτός αν συμφωνηθεί ρητά κάτι διαφορετικό. Αυτό σημαίνει πως «δεν κλείνει τίποτα, αν δεν κλείσουν όλα».
Συνεπώς αν δεν κλείσουν όλα δεν υπάρχει συμφωνία και χωρίς συμφωνία δεν υπάρχουν ούτε δεδομένα, ούτε κεκτημένα, ούτε αποφασισμένα, ούτε προτάσεις, ούτε 2008, ούτε άλλη χρονολογία.
Κάθε νέα διαπραγμάτευση ξεκινά από μηδενικό σημείο εκκίνησης. Με τα προηγούμενα ασχολούνται οι ιστορικοί.
Τρίτον, ουδεμία κατάσταση ισχύει πριν προκύψει – θέμα λογικής…
Υπό αυτήν την έννοια τρεις σκασίλες έχουμε τι είπε για τη «μακεδονική γλώσσα» ο Αβέρωφ το 1959 ή ο Μπαμπινιώτης το 1977 ή ο Παύλος Μελάς κι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.
Από το 1991-92 έχουμε καταφανώς νέα κατάσταση. Πριν υπήρχε ενιαία Γιουγκοσλαβία και δεν υπήρχε ανεξάρτητη «Μακεδονία». Τώρα υπάρχει.  
Τέταρτον, στη διεθνή πολιτική η θεωρία της ευκαιρίας είναι μια τεράστια αρλούμπα.
Μέσα στον 19ο αιώνα η Ελλάδα θεώρησε τρεις φορές ότι βρήκε ευκαιρία να διαβεί τα σύνορά της: το 1853-56 με τον Κριμαϊκό Πόλεμο, το 1885-86 με τον «ειρηνοπόλεμο» του Δηλιγιάννη και το τραγικό 1897. Και τις τρεις φορές ξεφτιλίστηκε.
Το πέτυχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1912-13 όταν κανείς (ούτε το Παλάτι…) δεν πίστευε ότι υπήρχε ευκαιρία.     
Συμπέρασμα; Οι ευκαιρίες ούτε υπάρχουν ούτε δεν υπάρχουν. Τις φτιάχνεις ή δεν τις φτιάχνεις.  
Πέμπτον, καμία διεθνής συμφωνία δεν τελεί υπό την υποθετική αίρεση ή τη μελλοντική ψήφο του Καμμένου.
Αν η κυβέρνηση συμφωνήσει κι ο Τσίπρας υπογράψει, η συμφωνία παράγει έννομα αποτελέσματα. Ο,τι μπούρδα κι αν ανακαλύψει ο Καμμένος για να κρυφτεί, η συμφωνία Τσίπρα τον δεσμεύει απολύτως όσο είναι στην κυβέρνηση – είτε του αρέσει είτε δεν του αρέσει…
Καταλήγουμε έτσι σε ένα ιστορικό δίδαγμα. Οταν η Αριστερά αποφασίζει να ασχοληθεί με το Μακεδονικό, μην την ενοχλείτε.
Και θα τα κάνει μπάχαλο. Και θα πληρώσει τον λογαριασμό.