Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών εγκαινιάστηκε το 1991, δηλαδή στην αρχή μιας δεκαετίας που η αστική τάξη στην Ελλάδα απέκτησε οντότητα, ανέπτυξε τις δικές της αναφορές και διαμόρφωσε ένα νέο τοπίο με νέα ήθη, νέα ατζέντα, νέες συνήθειες. Κυριάρχησε, έγινε αυτό που, σήμερα, λέμε influencer, κίνησε μια οικονομία, δημιούργησε νέες μορφές επιχειρηματικότητας, συνέτεινε στο να αναβιώσουν παρακμασμένες περιοχές, εισήγαγε νέο λεξιλόγιο. Και βέβαια είχε τα δικά της σύμβολα. Για παράδειγμα, το Mega ήταν το κανάλι της αστικής τάξης όχι μόνο διότι ήταν το πρώτο ιδιωτικό αλλά επειδή πήρε αποστάσεις από τον κρατισμό της δημόσιας τηλεόρασης και από συμβατικότητα άλλων ιδιωτικών μέσων.
Ο «ναός» αυτής της τάξης υπήρξε το Μέγαρο. Αρχικά συνδέθηκε με ό,τι αποκαλούμε high society. Αναμενόμενο σε μία χώρα όπου η κλασική μουσική είχε πολύ μικρό και ελιτίστικο κοινό. Σιγά σιγά όμως μια νέα γενιά – οι γιοι και οι κόρες αυτών που άλλαζαν σταθμό στο ραδιόφωνο όταν έπαιζε «τα βαρετά» – εκπαιδεύτηκαν στο κλασικό ρεπερτόριο, γνώρισαν τις μεγάλες ορχήστρες, τους σπουδαίους μαέστρους και τραγουδιστές, έμαθαν να παρακολουθούν όπερα και μπαλέτο.
Κι αυτά τα παιδιά, που πρωτομπήκαν στο θέατρο φοιτητές – πιθανόν από περιέργεια – πήραν αργότερα τα δικά τους παιδιά από το χέρι και τα πήγαν εκεί για να παρακολουθήσουν παιδικές παραστάσεις ανάλογης ποιότητας. Δεν είναι πλούσιοι και κοσμικοί αυτοί. Είναι αστοί. Μανάδες και πατεράδες που μπορεί, τα τελευταία χρόνια, να εξοικονομούν με δυσκολία τα χρήματα του εισιτηρίου αλλά που προτιμούν να πάνε τα παιδιά τους στο Μέγαρο κι ας τρέχουν στο διάλειμμα να τους πάρουν χυμό από το απέναντι περίπτερο για να γλιτώσουν ένα ευρώ σε σχέση με τις τιμές του κυλικείου. Είναι γονείς που προσπαθούν για την παιδεία και προσδοκούν την αριστεία των βλασταριών τους. Και δεν θεωρώ ούτε τυχαίο ούτε «αθώο» ότι η κατάρρευση του, κρατικού πλέον, Μεγάρου συνέπεσε με την προγραμματισμένη από την κυβέρνηση κατάρρευση αυτής της τάξης.