Ενα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της αποχώρησης της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν ότι η Βρετανία θα μπορέσει να διαπραγματευτεί καλύτερα τις εμπορικές της συμφωνίες με άλλες χώρες – και με την ίδια την Ευρώπη. Σύμφωνα με οπαδούς του Brexit, όπως ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, τα μέλη της ΕΕ είναι διαιρεμένα μεταξύ τους και πολύ απορροφημένα από τις δικές τους κρίσεις για να μπορέσουν να υπερασπιστούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αρα, «υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να πετύχουμε την αλλαγή που θέλουμε, κι αυτός είναι να φύγουμε από την ΕΕ».
Αλλά ενώ απομένει λιγότερο από ένας χρόνος έως την «ημέρα του Brexit», οπότε και η Βρετανία θα αποχωρήσει επισήμως από την ΕΕ, γίνεται σαφές ότι οι ελπίδες της βρετανικής κυβέρνησης να διασπάσουν και να κατακτήσουν την οικονομία της ΕΕ καταστράφηκαν. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ παραμένουν εντυπωσιακά ενωμένα στις διαπραγματεύσεις για το Brexit. Κάτι που αποδεικνύει ότι η Ευρώπη γίνεται πιο δυνατή όταν προκαλείται.
Πράγματι, για πολλούς Ευρωπαίους η ΕΕ μοιάζει να γύρισε από τον θάνατο. Αργά αλλά και χωρίς καμία αμφιβολία, ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και η γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ δείχνουν ότι θα συνεργαστούν για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων από τις οποίες έχει ανάγκη η ΕΕ. Ακόμη περισσότερο, παρά τον σχηματισμό μιας αντισυστημικής κυβέρνησης στην Ιταλία και την άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η υποστήριξη των ευρωπαίων πολιτών στην ΕΕ είναι η ισχυρότερη των τελευταίων δεκαετιών. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, εάν γινόταν σήμερα δημοψήφισμα για την παραμονή στην ΕΕ, 83% των Ευρωπαίων θα ψήφιζαν υπέρ, ενώ το 60%, ποσοστό που αποτελεί ρεκόρ, πιστεύουν ότι η ΕΕ είναι «κάτι καλό» για τη χώρα τους.
Οι δημοσκοπήσεις, όμως, δείχνουν και κάτι άλλο: ότι οι ευρωπαίοι πολίτες θέλουν η ΕΕ να αλλάξει. Και αν δεν μπόρεσε να αλλάξει το 2008, όταν ξέσπασε η κρίση, τώρα έχει μια ευκαιρία να το πράξει. Και πρέπει να το κάνει. Γιατί η απειλή του Brexit στην ενότητα της ΕΕ είναι ασήμαντη μπροστά σε αυτή που θέτει ο Ντόναλντ Τραμπ. Η περιφρόνηση του αμερικανού προέδρου απέναντι στο ΝΑΤΟ και οι αποκαλύψεις για τις σχέσεις του με το Κρεμλίνο στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας απέδειξαν ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλειά τους.
Η απόφαση του Τραμπ να επιβάλει δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο ένωσε τους Ευρωπαίους. Η «απειλή» του ότι θα καθαρίσει τους δρόμους από τα γερμανικά αυτοκίνητα – παρά το γεγονός ότι πολλά «γερμανικά» αυτοκίνητα κατασκευάζονται σε αμερικανικές πολιτείες που έχουν υποστηρίξει τον Τραμπ – μπορεί να κάνει τους Γερμανούς να καταλάβουν ότι χρειάζονται τη βοήθεια των υπόλοιπων Ευρωπαίων για να προστατεύσουν την αυτοκινητοβιομηχανία τους. Οι δασμοί του Τραμπ έδωσαν μια εξαιρετική ευκαιρία στη γερμανική κυβέρνηση να συναντηθεί κάπου στο μέσον της διαδρομής με τον Μακρόν και τις φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις του. Το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ δεν σημαίνει τίποτε άλλο από «Περισσότερη Ευρώπη».
Ο Γκι Φέρχοφστατ, πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου, είναι σήμερα επικεφαλής της ομάδας των Φιλελευθέρων στο Ευρωκοινοβούλιο