Ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της περιόδου που προηγήθηκε της κρίσης – περίοδος που βεβαίως δεν είναι άσχετη με τα αίτια που προκάλεσαν την κρίση αυτή. Εχει συνεπώς τη σημασία της η μαρτυρία που καταθέτει στα «ΝΕΑ». Είναι μια χρήσιμη ανάγνωση της εποχής και των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας, από την οποία δεν λείπει ένα είδος προσωπικού απολογισμού: «Η σταθεροποιητική προσπάθεια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004» γράφει ο Γιώργος Αλογοσκούφης «υπήρξε ανεπαρκής και βραχύβια».
Με την παραδοχή του αυτή, ο υπουργός Οικονομικών των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή ανοίγει ουσιαστικά τη συζήτηση για τα αίτια μιας κρίσης που συνεχίζει να ταλανίζει τον τόπο μας. Και είναι προς τιμήν του ότι δεν το κάνει με τον κλασικό τρόπο που έχουμε γνωρίσει στον τόπο μας, εκείνον της μετάθεσης των ευθυνών στους προηγούμενους ή τους επόμενους, αλλά με την αυτοκριτική διάθεση που πρέπει να χαρακτηρίζει οποιονδήποτε έχει αναλάβει δημόσιο αξίωμα.
Για να είναι όμως αποτελεσματική, η συζήτηση αυτή θα πρέπει να έχει συνέχεια. Θα πρέπει να εξελιχθεί σε έναν δημόσιο διάλογο όπου θα ανταλλαγούν απόψεις, θα κατατεθούν μαρτυρίες, θα αναληφθούν ευθύνες. Και στον οποίο θα πρέπει συμμετάσχουν όλοι οι πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου και φυσικά ο πρωθυπουργός εκείνης της περιόδου, δηλαδή ο Κώστας Καραμανλής. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει χρέος να μιλήσει για τα έργα και τις ημέρες του. Εχει πλέον σύμμαχο την απόσταση του χρόνου. Και κριτή, εκτός από τους πολίτες, την Ιστορία.

Ολόκληρο το άρθρο έχει ως εξής:

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, πριν από τη δημιουργία της ζώνης του ευρώ, οδήγησε σε μια μεγάλη περίοδο οικονομικής στασιμότητας ή ελάχιστης ανάπτυξης. Αυτό οφείλετο τόσο στο παραδοσιακό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όσο και στην οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε στη δεκαετία του 1980, όταν υπήρξε εκτροχιασμός των δημοσίων οικονομικών, με την έκρηξη των δημοσίων δαπανών και του δημοσίου χρέους και πολύ υψηλός πληθωρισμός.

Στη δεκαετία του 1990, η πολιτική της σύγκλισης αποδείχθηκε αναποτελεσματική, αν και στη σωστή κατεύθυνση, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ με σημαντικές δημοσιονομικές ανισορροπίες και χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Οι δημοσιονομικές ανισορροπίες και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας εντάθηκαν αμέσως μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, και για τα πρώτα δέκα χρόνια, η ελληνική οικονομία κατόρθωσε να απολαύσει ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη συνδυασμένη με χαμηλό πληθωρισμό. Η ταχύτερη αυτή ανάπτυξη ήταν αποτέλεσμα της ανόδου τόσο των επενδύσεων όσο και της κατανάλωσης, λόγω της σημαντικής μείωσης των επιτοκίων που επέφερε η συμμετοχή στην ευρωζώνη.

Από την άλλη, η διεύρυνση της διαφοράς επενδύσεων αποταμιεύσεων οδήγησε νομοτελειακά σε πρωτοφανή διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών, κάτι που αγνοήθηκε σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας πριν από την κρίση, λόγω του ότι ο εξωτερικός δανεισμός γινόταν σε ευρώ. Επιπλέον, από τη στιγμή της ένταξης η πολιτική χαλάρωσε, και εντάθηκαν τόσο οι δημοσιονομικές ανισορροπίες, όσο και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Η σταθεροποιητική προσπάθεια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 υπήρξε και αυτή ανεπαρκής και βραχύβια, με αποτέλεσμα το 2010, μετά τη μεγαλύτερη μεταπολεμική διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, η Ελλάδα να υπάρξει το πρώτο θύμα μιας κλασικής κρίσης εμπιστοσύνης και εξωτερικού δανεισμού στην ευρωζώνη, η οποία βεβαίως επηρέασε και τις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Το οκταετές πρόγραμμα προσαρμογής που υιοθετήθηκε στον απόηχο της κρίσης του 2010 έχει, μέχρι στιγμής, αποδειχθεί μία παταγώδης αποτυχία, καθώς οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μία υπεροκταετή ύφεση πρωτοφανούς διάρκειας και βάθους. Ενώ οι προηγούμενες αστοχίες της οικονομικής πολιτικής μπορεί να αποδοθούν σχεδόν αποκλειστικά σε επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων, η αποτυχία αυτή δεν έχει αμιγώς ελληνικά χαρακτηριστικά, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των σχεδιασμών των «θεσμών» και των εσωτερικών αντιφάσεων της ζώνης του ευρώ.

Τι μπορεί να γίνει τώρα καθώς το πρόγραμμα αυτό οδεύει προς την ολοκλήρωσή του;
Αυτό που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία είναι η παλινδρόμηση στις πολιτικές της τριακονταετίας πριν από την κρίση. Χρειάζεται ένα ανασχεδιασμένο, αξιόπιστο και συνεπές μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ανάκαμψης, με προσδοκώμενη διάρκεια και ευρύτερη στόχευση από αυτή μιας κυβερνητικής θητείας. Το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει βεβαίως να είναι αποδεκτό και από τους ευρωπαϊκούς «θεσμούς», αλλά εναπόκειται σε εμάς να το σχεδιάσουμε.

Στόχευσή του πρέπει να είναι η ανάκαμψη των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, χωρίς όμως εκ νέου διεύρυνση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ως εκ τούτου το πρόγραμμα θα πρέπει να τηρήσει λεπτές ισορροπίες.
Προκειμένου να επιτευχθεί η διατηρήσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται μια αξιόπιστη φορολογική μεταρρύθμιση φιλική προς τις επενδύσεις, καθώς και τολμηρές μεταρρυθμίσεις στον ρόλο και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα. Η φορολογική μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, ή να συνδυαστεί με αντίστοιχη μείωση των πρωτογενών δαπανών του Δημοσίου. Αν συνδυαστεί με περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους αυτό θα είναι ένα επιπλέον θετικό στοιχείο.

Επιπλέον απαιτούνται χειρισμοί που θα ενισχύσουν την αξιοπιστία της ελληνικής πολιτείας έναντι των επενδυτών και των καταναλωτών, ώστε να ενισχυθούν οι άμεσες ξένες επενδύσεις, να ανακάμψει η κατανάλωση με βάση τα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία των καταναλωτών, και όχι τον εξωτερικό δανεισμό, να αντιστραφεί, εν μέρει τουλάχιστον, η εκροή κεφαλαίων που αποσταθεροποίησε το χρηματοπιστωτικό σύστημα κατά τη διάρκεια της κρίσης και να εμπεδωθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, ακόμη και στην περίπτωση που ξεπεραστούν οι εσωτερικές πολιτικές αντιθέσεις, και σχεδιασθεί ένα αξιόπιστο πρόγραμμα, που, σε αντίθεση με τα Μνημόνια, θα προτάσσει τον στόχο της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, θα μπορέσουμε να πείσουμε και τους εταίρους και δανειστές μας να ξεπεράσουν τα δικά τους ιδεολογικά και πολιτικά στερεότυπα και περιορισμούς.