H Ιταλία, ένα ιδρυτικό κράτος – μέλος της ΕΕ, κυβερνάται πλέον και επισήμως από ευρωσκεπτικιστές λαϊκιστές. Η Πολωνία και η Ουγγαρία κυβερνώνται από απολυταρχικούς εθνικιστές. Η Σλοβενία, η πρώτη χώρα που υιοθέτησε το ευρώ από τις δέκα που εντάχθηκαν το 2004 στην ΕΕ, έδωσε πρόσφατα τις περισσότερες ψήφους στο λαϊκιστικό SDS του Γιάνεζ Γιάνσα. Δεν είναι παράξενο που πολλοί μιλούν ήδη για τη συγκρότηση ή και την προέλαση μιας Μαύρης Διεθνούς στους κόλπους της ΕΕ. Ο Σοσιαλιστής Πέδρο Σάντσεθ σχημάτισε βέβαια στην Ισπανία μια κυβέρνηση με προσανατολισμό παθιασμένα φιλευρωπαϊκό. Λίγοι πιστεύουν ωστόσο πως θα αντέξει. Και ακόμα λιγότεροι ξεχνούν ένα από τα βασικά προβλήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει: τον καταλανικό εθνικισμό.
Σε μια Ευρώπη ταραγμένη, αντιμέτωπη θα έλεγε κανείς με μια κρίση που ξεπερνά την οικονομία ή τη μετανάστευση και άπτεται της ίδιας της τής ύπαρξης, με τη Βρετανία να αποχωρεί χωλαίνοντας, η Γερμανία φαντάζει σαν εξαίρεση. Η Ανγκελα Μέρκελ, τα ασφαλέστερα δυνατά χέρια, παραμένει επικεφαλής στην καγκελαρία, η οικονομία κινείται με ρυθμούς πλήρους απασχόλησης, ομοσπονδιακή και κρατιδιακές κυβερνήσεις παλεύουν να ξοδέψουν τα πλεονάσματά τους. Και όμως, επισημαίνει στους «Financial Times» ο Φίλιπ Στίβενς, η Γερμανία είναι το πλέον ευάλωτο έθνος στη σημερινή γεωπολιτική αναταραχή.
Οι δύο στυλοβάτες της μεταπολεμικής της επιτυχίας, η διατλαντική συμμαχία και η ευρωπαϊκή συνοχή, εμφανίζουν έντονα σημάδια αστάθειας. Ως εγγυήτρια του ανοιχτού εμπορικού συστήματος, η Ουάσιγκτον υπήρξε κάτι σαν μαμή της γερμανικής ευημερίας. Οσο για την ΕΕ, αυτή παρείχε τη θεμελιώδη πολιτική νομιμότητα που επέτρεψε τη γερμανική επανένωση – και εξακολουθεί να προσφέρει στη γερμανική βιομηχανία τις πλούσιες εγχώριες αγορές που εγγυώνται την παγκόσμια οικονομική υπεροχή της. Η Γερμανία, μια χώρα που μέχρι τώρα εισήγε σταθερότητα από τους γείτονες και τους συμμάχους της, έχει κάθε λόγο να ανησυχεί.
Θα ήταν ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο να βασιστεί στις προβλέψεις κάποιων πως η ανίερη συμμαχία που ανέλαβε τα ηνία της Ιταλίας θα διαλυθεί πολύ πριν καταφέρει να διαλύσει την ΕΕ. Οπως σημειώνει ο Στίβενς, ένα από τα διδάγματα του δημοψηφίσματος για το Brexit ήταν πως υπάρχει ένα επίπεδο πολιτικής δυσφορίας που καθιστά τους ψηφοφόρους πρόθυμους να παραβλέψουν τα υποτιθέμενα οικονομικά τους συμφέροντα: αποφασίζουν πως στην πραγματικότητα δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν. Και σε αυτό το σημείο η τιμωρία των ελίτ γίνεται αυτοσκοπός, όποιες και αν είναι οι συνέπειες. Οικονομική και μεταναστευτική κρίση συγχωνεύτηκαν στην Ιταλία σαν μια τέλεια καταιγίδα.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε πρόσφατα στη «Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung» η Ανγκελα Μέρκελ φάνηκε να αναγνωρίζει σε κάποιο βαθμό την ευθύνη που έχει σήμερα το Βερολίνο να συνεισφέρει θετικά στην αναστήλωση των κανόνων και των δομών από τα οποία εξαρτάται. Τα σχόλιά της έδειξαν πως το Παρίσι και το Βερολίνο ίσως να βρίσκονται πιο κοντά από ό,τι πολλοί περίμεναν όσον αφορά την κατεύθυνση, αν όχι την ταχύτητα, της μεταρρύθμισης της ευρωζώνης. Αλλά ο χρόνος πλέον πιέζει ασφυκτικά.