Παίζει, τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος κι εγώ να είμαστε οι πιο μπαρουτοκαπνισμένοι survivors σε αυτή τη χώρα. Oχι σαν τους άλλους τους φλώρους στον Aγιο Δομίνικο που υποφέρουν δήθεν κι ένας ολόκληρος στρατός θα σπεύσει να τους συνδράμει έτσι και τρέξει η μυτούλα τους. Λέμε για το γνήσιο πράγμα, το αυθεντικό, το πρόστυχο. Μια νοσηρή αίσθηση αιδημοσύνης μάς εμποδίζει να βγούμε στα κανάλια και να διεκτραγωδήσουμε τα δεινά μας (δεν θα ήταν και θέαμα κατάλληλο για παιδιά μεσημεριάτικα) παρότι ο Δημήτρης, άνθρωπος είναι, δεν είναι τζουκ μποξ με κέρμα, για μία και μόνη φορά, πέρυσι τον Μάιο, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, δεν άντεξε τη φιλεργατική πόζα του Κυριάκου του Πορφυρογέννητου και ξέσπασε: «Ο κύριος Μητσοτάκης είναι ο τελευταίος που μπορεί να μιλάει στο όνομα των ανέργων και των εργαζομένων στο Κερατσίνι και στο Αιγάλεω. Δεν τις ξέρει αυτές τις περιοχές, δεν τις έχει δει ποτέ του. Εγώ τουλάχιστον έχω μείνει δύο χρόνια στο Αιγάλεω». Δεν ήμουν μπροστά στη σκηνή, αλλά μπορώ να εικάσω το βουβό παράπονο στο βλέμμα του και τον κόμπο στον λαιμό. Οσο και αν τον πίεσαν οι δημοσιογράφοι τις επόμενες βδομάδες, δεν του επέτρεψε η αξιοπρέπειά του να επανέλθει στο ζήτημα. Το χωράει ο νους σας; Δύο χρόνια στο Αιγάλεω. Μετρήστε τα σε ώρες, σε λεπτά, σε δευτερόλεπτα… Μια αιωνιότητα και μια μέρα.
      Κάθε πρωί, επί δύο χρόνια, ο Τζανακόπουλος άνοιγε το παραθύρι του, έπαιρνε βαθιά ανάσα από δυόσμο και βασιλικό και αντίκριζε τα αγόρια με «τα βαριά ματόκλαδα» και τα «βαριά τα χέρια». Τα πιο τυχερά έπαιρναν τον δρόμο για τη φάμπρικα, ενώ τα υπόλοιπα, τα άτυχα, έπαιζαν τάβλι και τραγουδούσαν: «Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός. Κάντε υπομονή, μια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά…». Αυτές οι εικόνες, αυτές οι μυρωδιές και αυτά τα τραγούδια θα στοίχειωναν τον Τζανακόπουλο για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ακόμη και όταν θα σπούδαζε στη Γερμανική Σχολή Αθηνών, στο Μαρούσι, περικυκλωμένος από τους φλούφληδες των βορείων προαστίων ή θα ετοίμαζε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, στη σφηκοφωλιά του καπιταλισμού, θα γνώριζε ότι η λαϊκότητα θα έμενε ανεξίτηλη στο πετσί του και ισόβιο χρέος του θα ήταν να συμβάλλει και αυτός, με τις χθαμαλές του δυνάμεις, ώστε να ανθίσει η λεμονιά στη γειτονιά: γραμματέας της Νεολαίας του Συνασπισμού από το 2005 έως το 2010, νομικός σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα κατόπιν. Και μόλις επιτέλους, το 2015, η λεμονιά θα άνθιζε στη γειτονιά, ο ίδιος πάλι θα φρόντιζε ως κυβερνητικός εκπρόσωπος να την ποτίζει καθημερινά και να την περιφρουρεί από όσους την επιβουλεύονται. Το είχε γράψει άλλωστε και ο πρώτος νομπελίστας ποιητής μας, το 1936, όταν ήταν στην ηλικία του Τζανακόπουλου σήμερα: «Οπου και να ταξιδέψω, το Αιγάλεω με πληγώνει». Ή περίπου.
Εάν ο Τζανακόπουλος έζησε δύο χρόνια στο Αιγάλεω, εγώ έζησα πέντε χρόνια στα Εξάρχεια. Μα τον Χριστό και την Παναγία. Επί της οδού Καλλιδρομίου, κοντά στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής. Ναι, ξέρω πως το δηλώνω για πρώτη φορά δημοσίως, αλλά έχω πολλούς μάρτυρες που είναι σε θέση να σας το επιβεβαιώσουν, χώρια που δεν γίνεται εφ" όρου ζωής να υποφέρω από το μετατραυματικό στρες και να μην το μοιράζομαι με κανέναν. Από το 2001 έως το 2006 έβαζα κάθε μέρα το κεφάλι μου στον ντορβά. Από την άλλη πλευρά του δρόμου έμενε μια φίλη μου, επαρχιωτοπούλα, αγνή ψυχή, αμόλυντη ακόμη από τους πειρασμούς της πρωτεύουσας. Οταν σκοτείνιαζε, έβγαζε ένα σκαμπό στο μπαλκόνι της – έπιανε στασίδι, όπως έλεγαν στο χωριό της – και παρακολουθούσε, σαν χορογραφία του Γιάννη Φλερύ, τις καταδρομικές επιχειρήσεις των αναρχικών προς το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου. «Καλέ, τι όμορφοι που είναι οι αναρχικοί», αναστέναζε. Δεν έφευγε ποτέ πριν από το τέλος, καθώς οι δυνάμεις των ΜΑΤ περνούσαν πάντοτε στην αντεπίθεση και οι αναρχικοί διασκορπίζονταν στον λόφο του Στρέφη. «Και οι αστυνομικοί όμορφοι είναι», διαπίστωνε το αθώο πλάσμα με τη νηπιακή ταξική συνείδηση και μάζευε το σκαμπό της. Τα ζεστά βράδια του καλοκαιριού έβγαινε μια βόλτα έως την πλατεία, ρωτούσε τι ώρα είναι κάποιον ενοχλημένο ντίλερ ή σκόνταφτε αφηρημένη πάνω σε κάποιο πρεζόνι κι έπειτα, νωρίς συνήθως, επέστρεφε στο ταπεινό δυαράκι της και ρέμβαζε τις φωτιές – έναν κάδο σκουπιδιών, ένα περιπολικό, έναν πάγκο μικροπωλητή, ένα αρχαίο Οτομπιάνκι – ώσπου να γλαρώσει. Η επανάσταση ήταν μια ανάσα απόσταση, αλλά εκείνη δεν το έπαιρνε χαμπάρι.
Το κακό με το Αιγάλεω του Τζανακόπουλου και με τα δικά μου Εξάρχεια δεν είναι ότι δεν υπάρχουν. Αυτό, αν θέλετε, μπορεί να εκνευρίσει ή να διασκεδάσει τους ίδιους τους κατοίκους των περιοχών – δεν γίνεται αντιληπτό και παραπέρα. Μήπως θα είναι οι πρώτες  στρεβλές εικόνες, παραμορφωμένες από την εξιδανίκευση ή τη δαιμονοποίηση, που αποδεχόμαστε ως αληθινές χωρίς ποτέ να μπούμε στον κόπο να τις τσεκάρουμε επιτόπου;
Το κακό είναι ότι εμφυτεύουν στη σκέψη μας μια ιδιότυπη τοξικότητα, άοσμη, άγευστη, αόρατη, κι εντούτοις πιο δραστική και από διοξίνη. Εάν η λαϊκότητα είναι μια ιδιότητα εγγενής στο Αιγάλεω και ενσωματώνεται στο DNA σου αρκεί να διαμείνεις δύο χρόνια εκεί (γιατί όχι και δύο εικοσιτετράωρα;), τότε αποκτάς ένα ισόβιο «ελευθέρας» για να λαμβάνεις όσα αντιλαϊκά μέτρα θέλεις και να ισχυρίζεσαι το αντίθετο -να μπαίνεις σε Μνημόνιο και να λες ότι βγαίνεις, να πετσοκόβεις συντάξεις και να λες ότι τις αναπροσαρμόζεις – προβάλλοντας ως άλλοθί σου το οξύμωρο: δεν γίνεται να παίρνεις αντιλαϊκά μέτρα, εσύ, ένας λαϊκός άνθρωπος. Από την άλλη μεριά, εάν η παραβατικότητα είναι εντυπωμένη στον γενετικό κώδικα των Εξαρχείων, εάν άλλου είδους Εξάρχεια δεν υπήρξαν ποτέ (και όμως υπήρξαν! – ουρλιάζει η ιστορική μνήμη), βγαίνεις και από τον κόπο να την αντιμετωπίσεις με μεθόδους πιο αποτελεσματικές από τον κατευνασμό, τον εξορκισμό ή την προσευχή. Δεν αντιλέγω πως ένας κόσμος φίσκα στους αγγέλους και στους δαίμονες πάντοτε θα γεμίζει τα ταμεία της όποιας Φίνος Φιλμ και θα γίνεται ασυγκρίτως πιο κατανοητός από έναν κόσμο με αποχρώσεις, διαβαθμίσεις και γκρίζες ζώνες. Δεν θα είναι όμως υποχρεωτικά και ο καλύτερος δυνατός κόσμος για να κατοικείς. Βλέπετε, το κακό με τα λαϊκά μιούζικαλ – όπως και με τις ταινίες τρόμου – είναι ότι δεν σε ακολουθούν μόλις βγεις από τη σκοτεινή αίθουσα. Εκεί έξω σε περιμένει ο αληθινός κόσμος.