Αξιέπαινη η προσπάθεια της Βίκης Κοσμοπούλου να συνδέσει στο βιβλίο της (που είναι μάλιστα το πρώτο) «Το τσόφλι» («δώδεκα ζεύγη πεζών», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο υπότιτλος) το τι συμβαίνει ή μάλλον τι έχει συμβεί στο Σύμπαν με την καθημερινότητα των ανθρώπων, έτσι ώστε περιστατικά και συμπεριφορές, πράξεις και παραλείψεις να αποκτήσουν μια προοπτική που να δίνει ένα βαθύτερο νόημα στην καθημερινότητα αυτή, όσο μίζερη, καταθλιπτική ή αδιέξοδη κι αν είναι. Βέβαια μια πρώτη ένσταση θα ήταν ότι τη σύνδεση του Σύμπαντος με την καθημερινότητα την «πληροφορείται» ο αναγνώστης κυρίως χάρη στο οπισθόφυλλο, όταν διαβάζει σχεδόν σε επανάληψη ένα απόσπασμα που περιέχεται στο τελευταίο πεζό, το τιτλοφορούμενο όπως ακριβώς ολόκληρο το βιβλίο: «Τρεις χιλιάδες εξακόσιοι εργάτες εκτελούν πρόθυμα την τελευταία εντολή». Και συνεχίζεται με αλλαγή μεγέθους και χρώματος γραμμάτων: «Εργάζονται συστηματικά στο μεγάλο ρολόι (…) κι όλο πεισμώνουν, κι όλο πιστεύουν πως το τσόφλι θα κλείσει, πως ο χρόνος θα λιποτακτήσει, πως θα μείνει πάλι απέξω να τριγυρνά με την τροτέζα του (…)». Ενώ ως υποσημείωση (στο οπισθόφυλλο πάντα) της φράσης αυτής διαβάζουμε: «Σύμφωνα με τον μύθο, ο Χρόνος κι η Ανάγκη περιελίσσονταν γύρω από το κοσμικό αυγό και το έσπασαν για να σχηματιστεί το ταξινομημένο σύμπαν – η γη, ο ουρανός και η θάλασσα».
Ακόμη κι αν θα μπορούσε να συνδυάσει κανείς ένα τσόφλι που έχει σπάσει με το ρήμα «κλείνω» (πώς θα ήταν δυνατόν, έστω και ποιητική αδεία, να κλείσει κάτι που έχει γίνει θρύψαλα;), δεν θα έπαυε να αναρωτιέται γιατί το δωδέκατο ζεύγος πεζών με τον τίτλο – όπως ήδη σημειώσαμε – «Το τσόφλι» γίνεται ένα καθαρά καφκικής χροιάς κείμενο (αξιωματούχος υπηρεσίας, επικεφαλής, προεδρεύων, επόπτης, σύνεδροι), όπως ακριβώς αν περιλαμβανόταν σε ένα άλλης υφής και τάξεως βιβλίο, συγκρινόμενο με τα έντεκα προηγούμενα ζεύγη πεζών. Δεν είναι τόσο μια ηθικής τάξεως ανακολουθία που σε προβληματίζει στο «Τσόφλι» όσο μια εμμονή της Βίκης Κοσμοπούλου στους αφορισμούς που την κάνει να γράφει «Πάντως ο χρόνος δίνει μια υπόσχεση σε όλους». Ως πεζογράφος με μια συνολική και κυκλική ματιά πάνω στα πράγματα (για να περιλαμβάνει ακόμη και το Σύμπαν μέσα στις συγγραφικές της προθέσεις), θα έπρεπε να επιφυλάσσεται σε τέτοιου είδους βαρύγδουπες ανακοινώσεις, όχι μόνο γιατί ο χρόνος (ακόμη και στη λιγότερο συγκεκριμένη του εκδοχή) δεν φαίνεται να δίνει μια υπόσχεση σε όλους – διαφορετικά δεν θα εξαιρούνταν της υπόσχεσης αυτής ένας ετοιμοθάνατος καρκινοπαθής ή ένας καταδικασμένος σε θάνατο που πρόκειται να εκτελεστεί σε λίγες ώρες – όσο γιατί φαίνεται να έχουν στερηθεί την υπόσχεση αυτή οι ίδιοι οι ήρωές της.

Το τσάι και ο κόσμος
Μια διάθεση αοριστολογίας και αφελούς λογοτεχνικής καλλιέπειας, όταν γράφει «Το μονοπάτι άχνιζε την υγρασία των ενοχών του. Σαν ελαφρυντικό συνενοχής το βλέμμα του εντόπισε μια κρήνη», δεν την εμποδίζει, όταν γίνεται συγκεκριμένη, να πολλαπλασιάζεται το απόβαρο μιας πρωτογενούς έμπνευσης. Για παράδειγμα, γράφοντας για τον ήρωά της Παύλο Αναγνώστου «έχει κάνει στο μυαλό του τον χάρτη του σούπερ μάρκετ ώστε να ξεμπερδεύει όσο το δυνατόν γρηγορότερα από την βαβούρα. Τις προάλλες παρατήρησε πως άλλαξαν θέση στο τσάι και ανατράπηκε ο κόσμος του», φαίνεται να δίνει το «στίγμα» ενός βιβλίου που αν και θα είχε θαυμάσια ολοκληρωθεί με πολύ λιγότερα υλικά, τώρα φλυαρεί λόγω μιας ανεξήγητης «modernité». Με συνείδηση της σωτήριας λεπτομέρειας – για παράδειγμα το ζεύγος των πεζών «Πληρωμένο τέλος» -, αν είναι λεπτομέρεια ο ταχυδρομικός διανομέας που παραδίδει συλλυπητήρια τηλεγραφήματα σε χήρες κι ορφανά, ενώ αισθάνεται ο ίδιος μέρος του τελετουργικού που συνιστά ο θάνατος, επόμενο είναι να ηχούν ως ξένα σώματα μέσα στο κείμενο τα περιστατικά ότι πιτσίλαγε – ο ταχυδρομικός διανομέας – με ευχαρίστηση το κάθισμα της λεκάνης ενώ πλενόταν στην τουαλέτα ή έφτιαχνε τον καφέ του σε ένα σκουριασμένο γκαζάκι.
Οταν κατέχεις την τέχνη της λεπτομέρειας, σε βαθμό που εξελισσόμενη θα θύμιζε, έστω και αμυδρά, τον Μαρσέλ Προυστ, δεν εκπίπτεις στο επίπεδο ενός μαθητευομένου των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Ενα επίπεδο που το μαρτυράει κυρίως η ύπαρξη μιας ιδέας, αν όχι πρωτότυπης, τουλάχιστον πολύ ενδιαφέρουσας, όπως είναι η ιδέα τού να αναχθεί ή να συνδεθεί η καθημερινότητα με το Σύμπαν. Μια ιδέα όμως που σταδιακά μεταβάλλεται σε μπούμερανγκ καθώς συμπεριφορές και περιστατικά χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ακόμη και σε σχέση με ένα περιβάλλον κοντόθωρα θεωρημένο, γίνονται εντελώς ακατάληπτα αν τα δεις ως απόρροια του τρόπου με τον οποίο ο μακρόκοσμος επιδρά και διαμορφώνει τον μικρόκοσμο. Τόση σχέση δηλαδή όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο.
Ελλειψη επικοινωνίας
Μια οργανωμένη αυθαιρεσία
Οταν ο ισπανός συγγραφέας Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ έγραφε ότι «εγώ είμαι εγώ σε συνδυασμό με το περιβάλλον μου», δεν εννοούσε ασφαλώς πως ένας συγγραφέας στα χρόνια μιας κρίσης, όπως η σημερινή, θα όφειλε να γράφει με έναν αντίστοιχο προβληματισμό, σίγουρα όμως θα λογάριαζε ως περιβάλλον τού συγγραφέα αυτού πολύ περισσότερο τους ανθρώπους που «σκάβουν» στους κάδους των σκουπιδιών παρά το ταξινομημένο ή αταξινόμητο Σύμπαν. Φαίνεται πως η ανάγκη της συγγραφέως να πρωτοτυπήσει δεν περιορίζεται μόνο στην αναγωγή – την ονομαστική – συμπεριφορών και περιστατικών σ" ένα Σύμπαν που δεν το προϋποθέτουν. Επιμένει να εγκαθιστά μια σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους – αφού κινούνται στο ίδιο ζεύγος πεζών -, όπως ο Βίκτωρας στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή με έναν μοναχό στο κελί του, που αν γινόταν να έρθουν σε επαφή θα προσπερνούσε ο ένας τον άλλον – σύμφωνα τουλάχιστον με όσα στοιχεία μάς δίνονται – όπως δύο άνθρωποι που δεν έχει μέσα τους καν σχηματιστεί μια εικόνα τού ενός για τον άλλον. Οταν θεωρείς ως ζεύγος δύο πεζά, έστω κι αν το δεύτερο μπορεί να λογαριαστεί ως ένα είδος επιμύθιου, χρειάζεται να επικοινωνούν μεταξύ τους, αν όχι σε σχέση με τον τόπο και με τον χρόνο, τουλάχιστον με μια στοιχειώδη συγγένεια των ηρώων μεταξύ τους. Διαφορετικά μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι πρόκειται για μια οργανωμένη αυθαιρεσία, χωρίς κανένα συγγραφικό αντίκρισμα, που φτάνει να επηρεάζει ακόμη και την έκφραση ώστε να διαβάζουμε για «γριές που ακροβατούν στα μπαστούνια τους»!

Βίκη Κοσμοπούλου
Το τσόφλι
Δώδεκα ζεύγη πεζών
Εκδ. Κέδρος, 2018, σελ. 128,
Τιμή: 11 ευρώ