Η αριστοτεχνική κομψότητα του Μεγάρου Δεληγιώργη, του νεοκλασικού οικοδομήματος που σχεδίασε ο Ερνέστος Τσίλλερ, μόλις υποδέχθηκε μια γκαλερί με έδρα τη Νέα Υόρκη για να προβάλει αμερικανούς καλλιτέχνες της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Σε αυτό το νέο κεφάλαιο της ιστορίας του το πλήρως ανακαινισμένο αρχιτεκτόνημα της Κανάρη 1 και Ακαδημίας αποκαλύπτει ήδη την αύρα του εσωτερικού του (οροφογραφίες με θέματα Αναγέννησης, μαρμάρινα και ξύλινα δάπεδα, ταμπλαδωτές πόρτες, τοίχοι με πλούσιο γύψινο και ζωγραφικό διάκοσμο, μαρμάρινα τζάκια). Η μίσθωσή του για δέκα χρόνια (με μηνιαία καταβολή 17.000 ευρώ) από την Allouche Benias Gallery της Νέας Υόρκης είναι ένα από τα αποτελέσματα του πιλοτικού προγράμματος «Ανάκτηση των ακινήτων του ιστορικού κέντρου της Αθήνας – Αξιοποίηση με όρους κοινωνικής ανταπόδοσης» που υλοποιεί το υπουργείο Εργασίας.
Το κτίριο – γκαλερί λειτουργεί ως η προστιθέμενη αξία στον τραυματισμένο αθηναϊκό νεοκλασικισμό. Και σε μια σύνδεση της αρχιτεκτονικής των νεοκλασικών του 19ου αιώνα με τη street art σκηνή της Νέας Υόρκης, ρίχνει γέφυρες σε μια πραγματικότητα όπου η Αθήνα μπορεί να αναδείξει ένα νέο αστικό και διεθνές προφίλ. Η αρχιτεκτονική των εμβληματικών νεοκλασικών κτιρίων που λειτούργησαν ως σύμβολα ισχύος των αστών του 19ου αιώνα λειτουργεί και στο παρόν. Το Μέγαρο Δεληγιώργη, εν προκειμένω, ενεργοποιείται για να συνομιλήσει με τις υπερμεγέθεις διαστάσεις και τα ζωηρά χρώματα της σύγχρονης αμερικανικής εικαστικής έκφρασης. Με αυτήν τη διαδικασία ξεκινά το φαινόμενο οικοδόμησης του φαντασιακού της νέας αθηναϊκής αστικότητας. Καθώς το νεοκλασικό αρχιτεκτόνημα του Τσίλλερ, όπως δείχνει η μακρόχρονη ιστορία του, λειτούργησε ως πόλος εξελιγμένων πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
Το Μέγαρο Δεληγιώργη χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και αποτελούσε κατοικία του Λεωνίδα Δεληγιώργη, αδελφού του έλληνα πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Το διώροφο μέγαρο ανήκει μάλιστα στην ομάδα κτιρίων που σχεδίασε ο Τσίλλερ εκείνη την περίοδο συνδυάζοντας τα νεοκλασικά με τα αναγεννησιακά στοιχεία. Τοποθετημένο στο γωνιακό οικόπεδο ώστε να δημιουργεί τριγωνική πρασιά, διαθέτει είσοδο με μαρμάρινη σκάλα και πρόπυλο με τοξωτά ανοίγματα, ώστε να εντυπωσιάζει τον εισερχόμενο από την Κανάρη. Μεταπολεμικά, στο κτίριο εγκαταστάθηκε το Μικρό Θέατρο Τσέπης με πρωτοποριακές ομάδες τη Νέα Σκηνή του Κωστή Λειβαδέα και το Πειραματικό Θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη. Το 1963 πέρασε από τους κληρονόμους του Λεωνίδα Δεληγιώργη προς το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ). Από τότε και έως το 1998 φιλοξένησε την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και το Μουσείο Κινηματογράφου.
ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΟΥ. Η μοίρα του, όπως αναδύεται μέσα από την ιστορία του, πολλές φορές στο παρελθόν το έφερε αντιμέτωπο με τον αφανισμό. Το 1932, όπως διατράνωνε η ρεκλάμα στο «Ελεύθερο Βήμα», επρόκειτο να κατεδαφιστεί ώστε ένας αρχιτέκτονας – κατασκευαστής να χτίσει πολυώροφο μέγαρο «εις την ωραιοτέραν θέσιν των Αθηνών». Στα χρόνια της χούντας πάλι κινδύνευσε να κατεδαφιστεί όταν το ΜΤΠΥ επιχείρησε να αξιοποιήσει ξανά το προνομιακό οικόπεδο για την ανέγερση γραφείων όμοια με τα κτίρια που κυριαρχούν στην οδό Ακαδημίας. Το 1974 όμως το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτηρίζει το οίκημα ειδικής κρατικής προστασίας, ενώ το 1983 με Προεδρικό Διάταγμα το κτίριο χαρακτηρίζεται διατηρητέο και η Μελίνα Μερκούρη το ενισχύει με 100 εκατομμύρια δραχμές για την ανακαίνισή του. Στις 14 Απριλίου 1997 προκαλείται πυρκαγιά από βραχυκύκλωμα μηχανής προβολής στον δεύτερο όροφο της Ταινιοθήκης. Η φωτιά καταστρέφει τον δεύτερο όροφο και επεκτείνεται προς το δώμα. Τον Μάιο του 1998 μια μπουλντόζα κατεδαφίζει το μαντεμένιο κιγκλίδωμα και τους μαρμάρινους όγκους του περιβάλλοντος χώρου, καθώς το Μετοχικό Ταμείο είχε υπενοικιάσει τον χώρο σε έναν επιχειρηματία εστίασης. Εκεί λειτούργησε για σύντομο διάστημα ένα καφέ – εστιατόριο. Το 2016 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης, επισκευής και διαρρύθμισης του κτιρίου, σύμφωνα με μελέτη εγκεκριμένη από το υπουργείο Πολιτισμού.
Τα χρόνια της κρίσης και των μνημονιακών συμφωνιών οδήγησαν το εμβληματικό αρχιτεκτόνημα του Τσίλλερ στο πρόγραμμα αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας των φορέων του υπουργείου Εργασίας. Εκεί το εντόπισαν οι σημερινοί επενδυτές του, Allouche Benias Gallery. Ετσι ο χώρος ανοίγει και πάλι προς το φιλότεχνο κοινό. Η γκαλερί λειτουργεί προσκαλώντας τον κόσμο να θαυμάσει τα έργα τέχνης μέσα στους χώρους του ιστορικού μνημείου. Ο Γιώργος Μπενιάς, εκπροσωπώντας το αθηναϊκό παράρτημα της νεοϋορκέζικης γκαλερί, δεν κρύβει την πρόθεσή του να προβάλει τους Αμερικανούς της Allouche Gallery – αλλά όχι μόνο αυτούς. Μετά την 30ή Αυγούστου, οπότε λήγει η ιδρυτική έκθεση με έργα των Κένι Σαρφ, Ρος Μπλίκνερ, Ινοκ Περές, Ντόναλντ Μπέσλερ, η αίθουσα του ισογείου θα φιλοξενήσει καλλιτέχνες της εγχώριας σκηνής.