Οι αλλεπάληλες αποκαλύψεις το τελευταίο διάστημα, για παιδιά τα οποία κακοποιούνταν από τους ίδιους τους γονείς τους, έχει φέρει τη φρίκη στην ελληνική κοινωνία. Ακόμη χειρότερη είναι η συνειδητοποίηση ότι τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις συμβαίνουν συχνά – πολύ πιο συχνά από ό,τι μπορεί να φανταστεί ένας υγιής νους – με τα ανήλικα θύματα να τραυματίζονται σωματικά και ψυχολογικά.
Τα στοιχεία που παραθέτει ο αναπληρωτής καθηγητής Παιδοψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικής Υγιεινής και Νευροψυχιατρικής του Παιδιού, Γεράσιμος Κολαΐτης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ένθετο «Υγεία» είναι αποκαλυπτικά.
«Το ψυχικό τραύμα στα παιδιά, και μάλιστα αυτό που συνδέεται με κακομεταχείριση, αποτελεί συχνό και σοβαρό θέμα δημόσιας υγείας. Τα παιδιά εκτίθενται σε βία στην οικογένειά τους, αλλά και εκτός αυτής, σε πολύ υψηλά ποσοστά. Περίπου ένα στα τέσσερα παιδιά θα βιώσει κακοποίηση ή παραμέληση στη ζωή του. Από τις περιπτώσεις παιδικής κακομεταχείρισης, 65% αφορούν παραμέληση (βασικές ανάγκες, ιατρική, εκπαιδευτική), 18% σωματική, 10% σεξουαλική και 7% ψυχολογική κακοποίηση (συνεχής κριτική, προσβολή, απαξίωση, απόρριψη του παιδιού)» σημειώνει ο ειδικός. Οσο αδιανόητο κι αν ακούγεται, στα βρέφη το 25% των καταγμάτων προέρχεται από κακοποίηση. Και όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, τα 2/3 των περιπτώσεων παιδικής κακομεταχείρισης δεν αναφέρονται. Το αποτέλεσμα είναι τα ανήλικα θύματα να μεγαλώνουν αβοήθητα σε ένα τρομακτικό οικογενειακό περιβάλλον, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Γιατί οι άνθρωποι, ακόμη και οι ειδικοί υγείας, σιωπούν;
Επειδή δεν θέλουν να «μπλέξουν». Γείτονες, εκπαιδευτικοί, ακόμα και ειδικοί υγείας σιωπούν για να μην μπλέξουν σε δικαστήρια από φόβο ή/και έλλειψη προστασίας. Για παράδειγμα, μέχρι πρόσφατα και πριν ψηφιστεί σχετικός νόμος περί του ακαταδίωκτου των ειδικών, οι παιδοψυχίατροι μπορούσαν να υποστούν δικαστικές διώξεις από «τοξικούς» γονείς που θεωρούσαν πως αδικούνται από τις αξιολογήσεις τους. Χωρίς πάντως να αποτελεί δικαιολογία, οι πλείστες από αυτές τις οικογένειες φαίνονται φυσιολογικές στους άλλους. Είναι καταπληκτικό πώς οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν πίσω από τις κλειστές πόρτες…
Στο 90% των περιπτώσεων, τα θύματα, αλλά και ο μη κακοποιητικός γονέας, σιωπούν από φόβο όχι μόνο ότι θα πληγωθούν, αλλά και ότι θα διαλυθεί ή θα στιγματιστεί η οικογένειά τους. Η κακοποίηση είναι τρομακτική, ωστόσο η σκέψη πως με δική σου ευθύνη θα διαλυθεί η οικογένειά σου (όσο άθλια κι αν είναι αυτή) είναι ακόμα χειρότερη. Συχνά άλλωστε η αποκάλυψη ακολουθείται και από την κακοποίηση των θυμάτων από το σύστημα.

Ποια είναι τα σημάδια τα οποία όταν παρατηρούνται σε ένα παιδί για ένα χρονικό διάστημα ενδέχεται να αποτελούν ενδείξεις κακοποίησης;
Η έκθεση σε βία είναι παράγοντας κινδύνου για ανάπτυξη μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης, αποσύνδεσης, άγχους, προβλημάτων διαγωγής κ.λπ. Οι εκδηλώσεις του μετατραυματικού στρες εξαρτώνται από την ηλικία του θύματος.
Τα βρέφη αντιδρούν με ευερεθιστότητα, προβλήματα ύπνου, συχνές αρρώστιες και ελλειμματική ανάπτυξη. Παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιδρούν με άγχος αποχωρισμού, κλάμα, φωνές, τρόμο, υπερβολική προσκόλληση, παλινδρόμηση συμπεριφοράς. Παιδιά σχολικής ηλικίας δείχνουν απόσυρση, διαταρακτική συμπεριφορά, δυσκολίες προσοχής, παλινδρόμηση συμπεριφοράς, εφιάλτες και άλλα προβλήματα ύπνου, σχολική άρνηση, θυμούς, σωματικά ενοχλήματα, αυξημένη εγρήγορση, κατάθλιψη, άγχος, ενοχές και συναισθηματικό «μούδιασμα».
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κακοποιημένων παιδιών μπορεί να είναι: αδιάκριτη προσκόλληση σε ξένους, επιθετικότητα προς άλλους λόγω ταύτισης με τον κακοποιητικό γονέα, υπερβολική συστολή και συμμόρφωση, χαμηλή αυτοεκτίμηση, μαθησιακές δυσκολίες και πτώση σχολικών επιδόσεων, απότομες αλλαγές συμπεριφοράς ή/και συναισθήματος, σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά (π.χ. ακατάλληλη σεξουαλική δραστηριότητα, γνώση «ενήλικων» λέξεων) και αυτοκτονικότητα.
Σε κάθε περίπτωση υποψίας κακοποίησης, επιβάλλεται αναφορά στις αρμόδιες υπηρεσίες, ακόμα και αν δεν υπάρχει βεβαιότητα για την κακοποίηση.

Μπορούν να επουλωθούν οι πληγές και τα τραύματα των παιδιών που έχουν βιώσει σοβαρή κακοποίηση και παραμέληση;
Τα ψυχολογικό τραύμα σχετίζεται με νευροβιολογικές συνέπειες και αλλαγές στην ανάπτυξη του εγκεφάλου σε πολλαπλά επίπεδα, π.χ. νευροορμονικό, δομικό, λειτουργικό. Η παιδική κακομεταχείριση συνδέεται με κακή ποιότητα ζωής, αυξημένη σωματική και ψυχική νοσηρότητα στην ενηλικίωση, δηλαδή αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης κατάθλιψης, μετατραυματικού στρες, ψυχώσεων, προβλημάτων προσωπικότητας, καθώς και χρήση ουσιών, καπνού και αλκοόλ.
Η έγκαιρη ανίχνευση, διάγνωση και θεραπευτική διαχείριση της παιδικής κακομεταχείρισης μπορεί να αποτρέψει τις παραπάνω αρνητικές συνέπειές της. Επιβάλλεται άμεση διακοπή της βίας με παρεμβάσεις στην κρίση για προστασία του θύματος καθώς και έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπεία από ειδικούς ψυχικής υγείας παιδιών. Γνωρίζουμε πως οι παραπάνω νευροβιολογικές αλλαγές που σχετίζονται με πρώιμο τραύμα και στρες μπορούν να τροποποιηθούν από οικογενείς/γενετικούς παράγοντες, την ποιότητα του περιβάλλοντος που θα φροντίσει στη συνέχεια το παιδί και από ψυχοθεραπευτικές και φαρμακολογικές παρεμβάσεις. Γενικά πάντως η πορεία και η εξέλιξη ενός κακοποιημένου παιδιού εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, όπως π.χ. διάρκεια και σοβαρότητα κακοποίησης, ηλικία και αναπτυξιακή φάση, ψυχική ανθεκτικότητα, υποστηρικτικό δίκτυο (σημαντικά πρόσωπα αναφοράς, σχολείο, υπηρεσίες κ.λπ).