Σε θρίλερ με πολλές αντιφάσεις και αναπάντητα ερωτηματικά εξελίσσεται η υπόθεση της κακοποίησης των τριών παιδιών από τους γονείς τους στη Λέρο.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν χθες το φως της δημοσιότητας, ο ιατροδικαστής που εξέτασε τα αδέλφια δεν διαπίστωσε σημάδια βιασμού σε κανένα από τα παιδιά. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα κατέθεσαν – παρουσία παιδοψυχολόγου – οι ανήλικοι για τα μαρτύρια που βίωναν στο σπίτι τους, με τη μαρτυρία του 27χρονου αδελφού τους που είχε εγκαταλείψει πριν από ένα έτος την οικογενειακή εστία αλλά και με τις ομολογίες των ίδιων των γονιών. Οι φερόμενοι ως δράστες όχι μόνο παραδέχτηκαν προανακριτικά τις αποτρόπαιες πράξεις τους, αλλά υποστήριξαν ότι «το απολάμβαναν» περιγράφοντάς τες με λεπτομέρειες που προκαλούν φρίκη σε κάθε υγιή νου.
ΔΕΝ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ. «ΤΑ ΝΕΑ» επικοινώνησαν με τον ιατροδικαστή που διενήργησε την εξέταση, όμως ο ίδιος δεν θέλησε να σχολιάσει τις πληροφορίες, αρνούμενος να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει οποιοδήποτε στοιχείο λόγω του ότι η υπόθεση έχει πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης.
Παρ" όλ" αυτά, έμπειροι επιστήμονες επισημαίνουν ότι σεξουαλική κακοποίηση δεν συνιστά μόνο ο βιασμός αλλά και μια σειρά ασελγών πράξεων που έχουν ήδη αναφερθεί στις καταθέσεις των εμπλεκομένων. Παράλληλα επισημαίνουν ότι η ιατροδικαστική εξέταση έχει πολλούς περιορισμούς, ειδικά όταν παρέλθει χρόνος από την κακοποίηση. Για τον λόγο αυτόν συστήνεται εκτός από την ιατροδικαστική και παιδοψυχιατρική εξέταση.
Οπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο Γρηγόρης Λέων, πρόεδρος της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρείας, «μια ασέλγεια δεν μπορεί να πιστοποιηθεί από τον ιατροδικαστή εκτός εάν η εξέταση γίνει έγκαιρα – δηλαδή εντός των πρώτων 24ώρων με διερεύνηση DNA. Συνεπώς, υπάρχουν σεξουαλικές πράξεις που δεν πιστοποιούνται ιατροδικαστικά». Και συνεχίζει: «Για να πιστοποιηθεί η σεξουαλική κακοποίηση σε έναν ανήλικο, το διεθνές πρωτόκολλο ορίζει τη διενέργεια δύο εξετάσεων. Η κλινική ιατροδικαστική εξέταση μπορεί να εντοπίσει σημάδια – ενδεικτικά ή αποδεικτικά – κακοποίησης στο σώμα του ανήλικου παιδιού ή ακόμη και στοιχεία που μπορεί να μας οδηγήσουν στον δράστη ή στους δράστες. Παράλληλα πρέπει να γίνει εκτίμηση από παιδοψυχίατρο ή παιδοψυχολόγο με βασικό μέλημα να διαπιστωθεί τι πραγματικά βίωσαν τα παιδιά, οδηγώντας τα να καταθέσουν την αλήθεια».
Ο δρ Λέων προσθέτει ότι «η ιατροδικαστική εξέταση, εντούτοις, έχει πολλούς περιορισμούς. Οσο απομακρυνόμαστε από το φερόμενο γεγονός τόσο πιο δύσκολο είναι για τον ειδικό να μπορέσει να βρει σημάδια ή στοιχεία σεξουαλικής κακοποίησης. Ειδικά δε στα παιδιά, ένα επιπλέον στοιχείο που δυσκολεύει τον ιατροδικαστή είναι η αναπλαστική ικανότητα του παιδικού σώματος, που είναι πολύ υψηλή. Τα τραύματα δηλαδή επουλώνονται γρήγορα, χωρίς να αφήνουν σε κάποιες περιπτώσεις ουλές».
n Διαβάστε στο ένθετο «Υγεία» τη συνέντευξη του αναπληρωτή καθηγητή Παιδοψυχιατρικής και προέδρου της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικής Υγιεινής και Νευροψυχιατρικής του Παιδιού Γεράσιμου Κολαΐτη (σελίδες 18, 31)