Προεκλογικό ταμείο ενός δισεκατομμυρίου ευρώ προετοιμάζεται να κάνει η κυβέρνηση μέσω των υπερπλεονασμάτων της διετίας 2018-19 και με παροχές τύπου 13ης σύνταξης να χρυσώσει το χάπι της υπερφορολόγησης και των περικοπών που έρχονται στις συντάξεις από το 2019. Την ίδια ώρα οι καθυστερήσεις στην εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου θέτουν σε αμφιβολία την εκταμίευση της δόσης του 1 δισ. ευρώ έως τις 15 Ιουνίου από τον ESM.
Οι υπολογισμοί του υπουργείου Οικονομικών όπως αποτυπώνονται στο υπό κατάθεση Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής της περιόδου 2019-22 αποκαλύπτουν «δημοσιονομικό χώρο» 111 εκατ. ευρώ για φέτος και 866 εκατ. το 2019, με την ελληνική οικονομία να παραμένει δεμένη στο άρμα των θηριωδών πλεονασμάτων έως και το 2022.
Οι δανειστές έχουν απαιτήσει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022. Το υπουργείο Οικονομικών δίνει «ρέστα» προβλέποντας πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία θα φτάσουν έως και το 5,19% του ΑΕΠ το 2022, όταν ο προβλεπόμενος δημοσιονομικός χώρος εκτιμάται πως θα αγγίξει τα 3,582 δισ. ευρώ, με την κυβέρνηση να κλείνει από τώρα το μάτι για  παροχές.
Η 13η σύνταξη. Στους κυβερνητικούς κόλπους, όπως έγραψαν την περασμένη εβδομάδα «ΤΑ ΝΕΑ», καλλιεργούνται σενάρια παροχών τύπου δέκατης τρίτης σύνταξης προκειμένου να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις από το επερχόμενο μαχαίρι στις συντάξεις και να απορροφηθεί μέρος του πολιτικού κόστους. Για να βγουν τα νούμερα βέβαια, θα πρέπει ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας να κλείσει φέτος στο 2% και να αγγίξει το 2,4% του χρόνου όπως προβλέπει το υπουργείο Οικονομικών, εκτιμήσεις τις οποίες κάθε άλλο παρά συμμερίζονται οικονομικοί αναλυτές.
Η αποκάλυψη των προβλέψεων του Μεσοπρόθεσμου ήρθε χθες μέσω της αξιολόγησής τους από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Το Συμβούλιο φωτογραφίζει τη νέα περικοπή των συντάξεων εκτιμώντας πως « η εφαρμογή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης μπορεί να συντελέσει στη σταθεροποίηση του απόλυτου ύψους της συνταξιοδοτικής δαπάνης σε σταθερές τιμές και το σταδιακό περιορισμό της σε χαμηλότερα επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ». Παράλληλα όμως εκτιμά ότι ο προβλεπόμενος δημοσιονομικός χώρος «είναι δυνατό να αξιοποιηθεί σε στοχευμένες, σταδιακές και προγραμματισμένες μειώσεις της φορολογικής επιβάρυνσης».
Από την έκθεση του Συμβουλίου δεν λείπουν οι αιχμές. Οι εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών για διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης άνω του 2% ετησίως κρίνονται αισιόδοξες, όπως εμμέσως πλην σαφώς και οι προβλέψεις για αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης με ρυθμό πάνω από 1% έως και το 2022. «Η πίεση που ασκούν στο διαθέσιμο εισόδημα οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις των νοικοκυριών δεν φαίνεται να στηρίζουν μια τέτοια αισιοδοξία» τονίζεται.
Οσον αφορά τις δαπάνες άλλωστε, το Συμβούλιο σημειώνει: «εύλογο είναι να γίνει δεκτό ότι η όποια συγκράτηση των δαπανών δεν μπορεί να προκύπτει από ενδεχόμενη νέα συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της γενικής κυβέρνησης»…
Τα ληξιπρόθεσμα. Στο μέτωπο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου οι πληροφορίες αναφέρουν πως τα στοιχεία τα οποία εστάλησαν από το υπουργείο Οικονομικών στους δανειστές πιστοποιούν καθυστερήσεις πληρωμών ικανές ενδεχομένως να θέσουν σε κίνδυνο την εκταμίευση της υποδόσης του 1 δισ. ευρώ. «Υπάρχει υστέρηση» αναφέρουν αρμόδιες πηγές, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προεξοφλήσουν αρνητική ή θετική ετυμηγορία από τον ESM. Ούτως ή άλλως η προθεσμία για την εκταμίευση της δόσης έχει ήδη παραταθεί δύο φορές και η τελευταία ημερομηνία την οποία έχει θέσει ο Κλάους Ρέγκλινγκ αφορά στην 15η Ιουνίου. Μη εκταμίευση της δόσης του 1 δισ. ευρώ θεωρείται δεδομένο ότι θα έστελνε αρνητικό σήμα σε όλες τις κατευθύνσεις δύο μήνες πριν την ολοκλήρωση του προγράμματος, αλλά αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί ακόμα.