Οσοι έχουν την ωραία, θεάρεστη μάλλον, συνήθεια να κρατάνε αποκόμματα εφημερίδων ή και εφημερίδες ολόκληρες, είναι σε θέση να μιλήσουν για μια «προίκα», σε σχέση με τους ίδιους ή με τους επιγόνους τους, που αισθάνονται να σχηματίζεται, μη συγκρίσιμη με οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο, ακόμα και πολλαπλάσιου οικονομικού αντικρίσματος. Με το μεγαλύτερο βάρος της «προίκας» αυτής να το συνιστά η απροσδόκητη αποκάλυψη ότι γεγονότα ιστορικά, είτε πολιτικά είτε κοινωνικά, τεράστιου βεληνεκούς ή μιας φαινομενικά «αμελητέας» ιδιωτικής σημασίας, διαβάζονται πια στις σωστές τους διαστάσεις κι όχι υπό την επήρεια μιας αγανάκτησης ή μιας συγκίνησης εντελώς επιδερμικών και βραχύπνοων.
11 Μαρτίου του 1994, ημέρα Παρασκευή, την επομένη της κηδείας της Μελίνας Μερκούρη, σε ένα συγκλονιστικό αφιέρωμα των «ΝΕΩΝ», με ρεπορτάζ, κείμενα, φωτογραφίες αλλά και δηλώσεις του Αντρέα Βάιντα, της Βανέσας Ρεντγκρέιβ, του Γιούρι Λιουμπίμοφ και του Πίτερ Χολ, διαβάζουμε το τι είπε μια «ανώνυμη» μητέρα δύο αγοριών, τεσσάρων και οκτώ χρόνων: «Hθελα πολύ να έρθω στην κηδεία μαζί με τα παιδιά μου για να μάθουν την Ιστορία όπως είναι και όχι όπως τη διδάσκουν στα σχολεία».
Εύχεται κανείς τα παιδιά της γυναίκας αυτής, που θα είναι σήμερα είκοσι οκτώ και τριάντα δύο χρόνων, να χειραφετήθηκαν νωρίς, σε σχέση με όσα θα ήθελε να τους μεταγγίσει η μητέρα τους, και να είναι δύο άντρες εύστροφοι και όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένοι. Αφού δεν γίνεται να μη σκεφτείς πόση σύγχυση θα πρέπει να υπάρχει μέσα σε ένα μυαλό ώστε να ταυτίζει το γεγονός της αποδημίας μιας ηθοποιού – ακόμα και γνωστής, όπως η Μελίνα Μερκούρη, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα – με την Ιστορία, και μάλιστα την Ιστορία όπως διδάσκεται στα σχολεία, με έναν εντελώς αναξιόπιστο τρόπο. Δεν αμφισβητεί κανείς ότι κάτι άλλο ήθελε να αρθρώσει η μητέρα αυτή, αλλά το μένος της προκειμένου να μη μείνει μια προσωπική της εκτίμηση αυτό που ήθελε να πει, την έκανε να συνδυάσει τη λάθος ώρα με το λάθος γεγονός και επομένως τη λάθος σημασιολόγησή τους.
Αν δώσαμε μια ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία τού να κρατάει κανείς αποκόμματα εφημερίδων, είναι γιατί δύσκολα θα αντιλαμβανόταν κανείς διαβάζοντάς την την ώρα που διατυπωνόταν πόσο λάθος είναι μια αντίστοιχη θέση, αν και εκφράζει έναν κόσμο ολόκληρο. Πως ό,τι δηλαδή διδασκόμαστε στα σχολεία είναι ψέματα και πως για να μάθουμε την αλήθεια θα πρέπει να την ελέγξουμε με τα ίδια μας τα μάτια. Το εντυπωσιακό στη φράση της μητέρας με τους δύο γιους δεν είναι ότι θεώρησε ως αποκατάσταση της Ιστορίας ένα γεγονός που δεν έχει καμιά σχέση με την Ιστορία – ή και αν είχε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για να αποκρυβεί. Να ήταν η Μελίνα Μερκούρη ένα είδος Ρόζας Λούξεμπουργκ ώστε θα συνέφερε μια συντηρητική πολιτική ηγεσία να εμφανίσει την κηδεία της φτωχή σε προσέλευση, τότε μόνο θα είχε νόημα να ειπωθεί μια σχετική φράση.
Αλλά ένα γκλάμουρ κοινωνικό γεγονός να μεταβάλλεται σε Ιστορία που θα είχε λόγους να αποσιωπηθεί, είναι προϊόν ενός ασυνάρτητου μυαλού που ήταν και εξακολουθούν να παραμένουν πάρα πολλά γύρω μας.