Με το σύνθημα «Το όνομά μας είναι η ψυχή μας» επανήλθε στην εξουσία ο Ανδρέας Παπανδρέου μετά τη βίαιη ανατροπή της κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη.
Η Συμφωνία των Πολιτικών Αρχηγών για «καμία χρήση του συνθετικού Μακεδονία» προσδιόρισε επί δεκαετία τη θέση της χώρας μας, οδηγώντας σε μια εκτονωτική μεν, αλλά μεταβατική δε «Ενδιάμεση Συμφωνία».
Στο μεταξύ, η Ελλάδα ξόδεψε πολλά διαπραγματευτικά αποθέματα, χωρίς να επιτύχει να αποτρέψει πάνω από 160 μονομερείς αναγνωρίσεις της γείτονος, με το λεγόμενο «συνταγματικό της όνομα».
Η πρώτη ουσιαστική διπλωματική αντεπίθεση, με στόχο την άρση της εθνικής μας απομόνωσης και την εκ νέου ανάληψη θετικών πρωτοβουλιών, ανελήφθη από την κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή 2004-2007.
Χαράχθηκε εκ νέου εθνική γραμμή, μέσα από την εκ των προτέρων και συστηματική ενημέρωση της τότε κυβέρνησης προς τα κόμματα της Αντιπολίτευσης (κάτι που δεν γίνεται σήμερα). Το θέμα τότε έπαψε να είναι ζήτημα εσωτερικής ή εσωκομματικής αντιπαράθεσης.
Η Ελλάς συστηματικά και διακομματικά υποστήριζε σε όλα τα επίπεδα μια νέα ψύχραιμη και ενιαία ρεαλιστική θέση που εδραζόταν στα εξής σημεία:
– Κοινώς αποδεκτή λύση.
– Για όλες τις χρήσεις (erga omnes).
– Χωρίς αμφισβητήσεις της ελληνικότητας του ιστορικού και πολιτιστικού όρου Μακεδονία.
Μπορεί σε διπλωματικό, δημοσιογραφικό ή τεχνοκρατικό επίπεδο να έπεφταν συνεχώς στο τραπέζι διαφορετικές σύνθετες ονομασίες. Ουδέποτε όμως έγινε δεκτός τελικός όρος σε επίπεδο ηγεσίας. Και όπως εύστοχα είπε πρόσφατα ο κ. Τσίπρας, «όταν μια συμφωνία δεν έχει κλείσει συνολικά, δεν ισχύει τίποτε».
Η έξυπνη προσέγγιση του Κ. Καραμανλή, συνδυασμένη με την αποφασιστικότητα για την άσκηση βέτο, είχε ως θετικές συνέπειες:
– Να βγει η Ελλάδα από τη χρόνια απομόνωση στο θέμα, ενημερώνοντας με πληρότητα και ρεαλισμό φίλους και εταίρους.
– Να οδηγηθούμε στην απόφαση του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, όπου μαζί με άλλες σημαντικές χώρες επιτύχαμε η Συμμαχία και η ΕΕ να θέσουν ως αυστηρή προϋπόθεση τη συνολική επίλυση του ονοματολογικού προς τα Σκόπια.
– Με τα παραπάνω αποδείχθηκε διεθνώς η δική μας καλή θέληση να διευκολύνουμε τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό των Σκοπίων, χωρίς όμως να υποχωρήσουμε σε θέματα αρχής και χωρίς να υπαναχωρήσουμε στην προάσπιση των εθνικών μας θέσεων. Ο δογματικός εθνικισμός της γείτονος με τον Γκρουέφσκι, που παραγνώρισε το γεγονός των διευκολύνσεων, των επενδύσεων, της πολιτικής διαλλακτικότητας της Ελλάδας, επανέφερε το θέμα διεθνώς, όταν οι εμπνευστές του προσανατολίστηκαν ξανά προς Ανατολάς, όπως κατά το ιστορικό και κομμουνιστικό τους παρελθόν.
Το θέμα δυστυχώς παρέμεινε ανοιχτό. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν υπολόγισε το πολιτικό και προσωπικό κόστος έναντι της προάσπισης των εθνικών μας δικαίων για τη Μακεδονία και το πλήρωσε.
Η οποιαδήποτε απόπειρα να στρεβλωθεί εκ των υστέρων αυτή η αλήθεια δυστυχώς δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για μια διπλωματική αποτυχία ή υποχώρηση της σημερινής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το θέμα της Μακεδονίας μας είναι εθνικό και δεν πρέπει επ" ουδενί να ξανακαταστεί ζήτημα μικροκομματικών ή εσωκομματικών αντιπαραθέσεων.
Η Ιστορία μάς έχει αποδείξει ότι είναι επικίνδυνο να ασκείται εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση. Κατά τη διαχείριση των εθνικών μας θεμάτων έχουμε όλοι χρέος το βλέμμα μας να το στρέφουμε ΟΧΙ στις επόμενες εκλογές, αλλά στις επόμενες γενιές.
Ο δρ Ευριπίδης Στ. Στυλιανίδης είναι επικ. καθηγητής Νομικής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, πρώην υπουργός και τ. βουλευτής Ροδόπης