«Ακρότητες»: Το 1936 κυκλοφορεί το «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου» του Ζορζ Μπερνανός. Ηρωάς του, ένας εφημέριος σε μικρό χωριό της Γαλλίας. Θύμα της αφέλειας και του αδύναμου χαρακτήρα του, βαριά άρρωστος, άγεται και φέρεται εμμονικά και παράλογα, αντλώντας δύναμη μόνο από την πηγαία αγάπη του και την ελπίδα του στη χάρη του Θεού. Χρόνια μετά, το βιβλίο αυτό θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο πιο απεγνωσμένος όλων των αληθινών πιστών, ο Ρομπέρ Μπρεσόν – το σινεμά του οποίου λατρεύει εξίσου «μονοθεϊστικά» ο Πολ Σρέντερ. Για να καταλάβετε, τα χρόνια που ο Σρέντερ ήταν κριτικός κινηματογράφου είχε εκδώσει ένα αριστουργηματικό δοκίμιο με τίτλο «Το υπερβατικό στυλ στον κινηματογράφο» όπου και ανέλυε διεξοδικά το ύφος τριών σκηνοθετών: του Γιασουχίρο Οζου, του Καρλ Ντράγερ και του Μπρεσόν. Ολα αυτά πριν ο ίδιος υπογράψει το σενάριο του «Ταξιτζή», για να συνεργαστεί ξανά με τον Μάρτιν Σκορσέζε στα σενάρια του «Οργισμένου ειδώλου» και – φυσικά! – του «Τελευταίου πειρασμού».
Αλλά και σαν σκηνοθέτης ο Σρέντερ μπορεί να είναι υπερήφανος για μια φιλμογραφία πολυδιάστατη και γεμάτη σπουδαία φιλμικά διαμάντια. Από το «Blue Collar» και το «Hardcore» μέχρι το «Μίσιμα: Ζωή σε τέσσερα κεφάλαια» και το «American Gigolo», ο Σρέντερ έστησε μικρές αλληγορίες γύρω από το ζήτημα της Πίστης σε ένα σύμπαν διαβρωμένο από την παρακμή και τον χρόνο. Και τώρα, μοιάζει να φτάνει στο μεδούλι της προβληματικής του, ώριμος πλέον, όχι απλά για να την διατρέξει φιλμογραφικά, αλλά και για να επιστρέψει στους μέντορές του: Με το τετράγωνο κάδρο (4/3 – το «κάδρο της αλήθειας» θα έλεγε κανείς) που παραπέμπει απευθείας στον Μπρεσόν και τον Ντράγερ, και έναν ρυθμό αργό, βαθιά εσωτερικό, το «First Reformed» αφηγείται την ιστορία ενός εφημέριου (Ιθαν Χοκ) σε μια αμερικανική επαρχιακή πόλη. Θύμα και αυτός της αφέλειάς του. Επίσης άρρωστος, αλλά και τραυματισμένος από ένα δραματικό συμβάν: την απώλεια του παιδιού του. Η δε Μαρία είναι μέλος της εκκλησίας του, της οποίας ο σύζυγος, ένας ριζοσπάστης οικολόγος, αυτοκτόνησε.
Και η ιστορία αυτή θέτει τον ήρωά μας αντιμέτωπο με μια αλυσίδα γεγονότων και παραδοχών που ξεπερνούν υπέρμετρα τον ίδιο: πώς αυτός ο άνθρωπος θα μπορέσει να υπερασπιστεί την Πίστη του απέναντι σε μια ανθρωπότητα που ίσως και να αξίζει τον (εκ νέου) αφανισμό της; Ξέρω, δεν μοιάζει με ταινία ιδανική για καλοκαιρινή θέαση, αλλά μιλάμε για ένα θέαμα στημένο με μοναδική ενότητα ύφους, θαρραλέο στις σημάνσεις του και όντως υπερβατικό. Γιατί ο Σρέντερ αντιμετωπίζει μετωπικά ζητήματα που λίγοι κινηματογραφιστές σήμερα τολμούν να πιάσουν, ζητήματα που ξεκάθαρα βασανίζουν (και όχι απλά «απασχολούν») τον ίδιον: η πραγματική περιπέτεια άλλωστε είναι αυτή που αφορά τον ίδιο τον Πολ Σρέντερ, που θέτει ερωτήματα στα οποία δεν μπορεί παρά να απαντήσει. Και οι απαντήσεις αυτές θα βασανίζουν εμάς για καιρό. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα αυτό το σινεμά.
Βαθμοί: 9

Δεινόσαυροι, Βέντερς, Γκοντάρ

«Jurassic World: Το βασίλειο έπεσε»: Το ανενεργό ηφαίστειο του γνωστού νησιού αρχίζει να ξυπνά και οι Οουεν (Κρις Πρατ) και Κλερ (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ) ηγούνται μιας προσπάθειας να διασώσουν τους εναπομείναντες δεινοσαύρους από το επερχόμενο καταστροφικό συμβάν. Δυστυχώς υπάρχει ακόμα αυτό το σινεμά: Απαρχαιωμένο, ξεχειλωμένο, πηγμένο στα ψηφιακά εφέ, μα δίχως ίχνος σασπένς και χαρακτήρων για των οποίων την τύχη να αγωνιούμε.
Βαθμοί: 3

«Στο βαθύ γαλάζιο»: Δυο άνθρωποι εγκλωβισμένοι. Ο ένας, μυστικός πράκτορας, κρατείται όμηρος από τζιχαντιστές. Η άλλη, καταδύτρια, έτοιμη να «χαθεί» στον βυθό ενόψει μιας μεγάλης αποστολής. Καθώς όμως αναπολούν τον μεγάλο έρωτά τους, ο Βιμ Βέντερς νομίζει πως έχει μια ιστορία να αφηγηθεί. Υπάρχει ωστόσο μονάχα φλυαρία και πεπερασμένη αλληγορία σε άλλο ένα δείγμα της θλιβερής παρακμής ενός άλλοτε σπουδαίου δημιουργού. Κρίμα για τους Τζέιμς ΜακΑβοϊ και Αλίσια Βικάντερ.
Βαθμοί: 3

«Γκοντάρ, αγάπη μου»: Και όμως ο ελληνικός τίτλος είναι όσο «χαριτωμένος» και η ίδια η ταινία. Οπου ο σκηνοθέτης του «Artist» παρακολουθεί τον Ζαν Λικ Γκοντάρ την περίοδο της «Κινέζας» (1967) και στήνει ένα παιχνιδιάρικο και εντελώς vintage pop πορτρέτο, περισσότερο μιας εποχής και λιγότερο του ίδιου του σκηνοθέτη που ενσαρκώνει με μπρίο ο Λουί Γκαρέλ. Συνοδεύουν οι Στέισι Μάρτιν και Μπερενίς Μπεζό. Περνάς χάρμα.
Βαθμοί: 6

«Με αγάπη, Σάιμον»: Ο 17χρονος Σάιμον φοβάται να πει στους γονείς του πως είναι gay. Ενα υπαρκτό πρόβλημα σε ένα 100% ψεύτικο σύμπαν. Η ταινία είναι στημένη σαν εφηβική τηλεοπτική σειρά της Disney: ευφυολογήματα, κάλπικες συγκρούσεις, συγκαλυμμένα μηνύματα υπέρ της φυλετικής καθαρότητας (οι μαύροι με τους μαύρους, οι λευκοί με τους λευκούς) και τόσο «εκτός» θέματος που κάνει περισσότερο κακό παρά καλό – τόσο στο κοινωνικό σύνολο που θέλει να «εκπαιδεύσει» όσο και στο σινεμά.
Βαθμοί: 1

Επίσης: Στο «Κορίτσι για φίλημα» η «στρουμπουλή» Εϊμι Σούμερ ξυπνά ύστερα από ένα «ατύχημα» και βλέπει τον εαυτό της «κορμάρα». Ναι, αυτό είναι το εύρημα, αλλά η ίδια η κωμικός το υποστηρίζει όσο καλύτερα μπορεί. Ενώ στον «Βασικό ύποπτο» ένας καθηγητής Φιλολογίας (και μεγάλος «πέφτουλας») βρίσκεται ύποπτος για τον φόνο μιας μαθήτριάς του. Με Πιρς Μπρόσναν, Μίνι Ντράιβερ και Γκάι Πιρς, για να παίζεται στο μεταμεσονύχτιο πρόγραμμα των τηλεοπτικών καναλιών και μόνο.