«Πρόκειται για συνάντηση ρουτίνας προς ανταλλαγή απόψεων σε επίκαιρα θέματα  της ευρωζώνης», ήταν η επίσημη ανακοίνωση της καγκελαρίας για τη χθεσινοβραδινή συνάντηση της Ανγκελας Μέρκελ με τον Μάριο Ντράγκι. Η καγκελαρία δεν ήθελε να ενισχύσει την εντύπωση ότι η «ανταλλαγή απόψεων» μεταξύ της γερμανίδας καγκελαρίου και του ιταλού κεντρικού τραπεζίτη της ΕΕ επιβλήθηκε από τις εξελίξεις στην Ιταλία. Στο μεταξύ όμως, αυτού του είδους οι συναντήσεις μόνο για θέματα ρουτίνας δεν γίνονται πλέον.
Η προειδοποίηση της γερμανίδας καγκελαρίου ήρθε ήδη μία ημέρα μετά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης των αριστερο-δεξιών λαϊκιστών στη Ρώμη: «Κούρεμα χρέους στην ευρωζώνη δεν υπάρχει», είπε η Μέρκελ στη συνέντευξή της στην κυριακάτικη «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ» (FAZ). Τη διαπίστωση αυτή χρειάστηκε να κάνουν και οι αριστερο-δεξιοί λαϊκιστές της Ελλάδας το 2015 με τραγικές συνέπειες για τη χώρα.
Ωστόσο, ο συστημικός κίνδυνος που συνιστά η Ιταλία για την ευρωζώνη είναι πολλαπλώς μεγαλύτερος από εκείνον της Ελλάδας προ τριετίας. Η τελευταία ευρωκρίση κόπασε όταν ο Ντράγκι δεσμεύτηκε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα κάνει τα πάντα για να διασώσει το ευρώ. Οι ιταλοί λαϊκιστές των Πέντε Αστέρων και της ακροδεξιάς Λέγκας υπόσχονται αυξήσεις και παροχές με την εδραία πεποίθηση ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ δεν θα έχει άλλη εναλλακτική επιλογή, παρά να αγοράσει μαζικά ιταλικά ομόλογα για να στηρίξει την Ιταλία. Στην περίπτωση της Ελλάδας η ΕΚΤ επέβαλε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις μεταρρυθμίσεις με την απειλή ότι θα κλείσει τη στρόφιγγα ρευστότητας του μηχανισμού έκτακτης ενίσχυσης (ELA) για τις ελληνικές τράπεζες. Αλλά δεν μπορεί να παίξει το ίδιο χαρτί με την κυβέρνηση των λαϊκιστών του Τζιουζέπε Κόντε, χωρίς να διακινδυνεύσει την πτώχευση της Ιταλίας που θα συμπαρασύρει και ολόκληρη την ευρωζώνη.
Εκτός των επίκαιρων εξελίξεων στο μέτωπο της Ιταλίας, Μέρκελ και Ντράγκι είχαν να συζητήσουν και τις μεταρρυθμίσεις στην ευρωζώνη που αναμένεται να δρομολογηθούν στο Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ στα τέλη του τρέχοντος μηνός. Η καγκελάριος της Γερμανίας άνοιξε επί τέλους τα χαρτιά της στις προτάσεις μεταρρύθμισης της ΕΕ που παρουσίασε προ οκταμήνου ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν. Οι θέσεις της Μέρκελ στη συνέντευξή της στην κυριακάτικη «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ» βρήκαν θετικό αντίκτυπο σε Βρυξέλλες και Παρίσι. Στην επεξεργασία τους, η γερμανίδα καγκελάριος συμπεριέλαβε και τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών Ολαφ Σολτς για να έχει και την υποστήριξη του κυβερνητικού της εταίρου, του SPD, που είχε αναγάγει την ευρωπαϊκή πολιτική σε πρώτη προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής. Ωστόσο, μεταξύ Βερολίνου, Παρισιού και Βρυξελλών υπάρχει ακόμη απόσταση σε αρκετούς τομείς.

1. Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Η Μέρκελ θέλει τη μετεξέλιξη του μόνιμου μηχανισμού σταθερότητας – ESΜ σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Την πρόταση είχε κάνει ήδη ο πρώην υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, συμφωνεί και ο Μακρόν, αλλά ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Ο σημερινός ESM διαθέτει μακροπρόθεσμες πιστώσεις σε χώρες που απειλούνται με πτώχευση για να διαφυλαχθεί η σταθερότητα της ευρωζώνης. Η Μέρκελ θέλει για το μελλοντικό Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο πρόσθετα τη δυνατότητα να χορηγεί βραχυπρόθεσμες πιστώσεις πενταετίας σε χώρες που βρίσκονται σε ανάγκη, αναλαμβάνοντας στην περίπτωση αυτή και την αξιολόγηση των οικονομικών τους δεδομένων. Θέλει επίσης η διοίκηση του Ταμείου και οι αποφάσεις να λαμβάνονται σε διακυβερνητικό επίπεδο. Αυτό αντιστρατεύεται τα σχέδια της Κομισιόν που θέλει το Ταμείο ανεξάρτητο θεσμό της ΕΕ.
2. Προϋπολογισμός επενδύσεων.  Η Μέρκελ θέλει έναν ιδιαίτερο προϋπολογισμό της ευρωζώνης που θα κινείται σε διψήφιο αριθμό δισεκατομμυρίων για επενδύσεις σε κλάδους καινοτομίας και ψηφιακής τεχνολογίας για τη σύγκλιση των χωρών που παρουσιάζουν υστέρηση στους τομείς αυτούς σε σχέση με Γερμανία, Γαλλία και τις βαλτικές χώρες. Οι γερμανικές προτάσεις βρίσκονται κοντά στις απόψεις της Κομισιόν που προτείνει ένα πακέτο επενδύσεων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ ύψους 25 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2017. Οι προτάσεις αυτές απέχουν από τα σχέδια του Μακρόν για έναν χωριστό προϋπολογισμό της ευρωζώνης, χωρίς να αποκλείεται ότι στο τέλος θα βρεθεί κοινός παρονομαστής.
3. Ασφάλεια και άμυνα. Στον τομέα αυτό ο απομονωτισμός του αμερικανού προέδρου Τραμπ επιταχύνει τις διεργασίες ανάπτυξης αυτόνομων δομών της ΕΕ, όπως είναι η ιδέα μιας ευρωπαϊκής μονάδας επέμβασης για την περίπτωση π.χ. που δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Αφρικής κινδυνεύει από τη δράση τρομοκρατικών οργανώσεων. Η διαφορά με τον Μακρόν είναι ότι η Μέρκελ θέλει την ενσωμάτωσή τους σε ευρωπαϊκές δομές, ενώ θα πρέπει διαφυλαχτεί και ο «κοινοβουλευτικός χαρακτήρας» των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, που σημαίνει την ανάληψη δράσης μόνον έπειτα από απόφαση της Μπούντεσταγκ, περιορίζοντας έτσι τις δυνατότητες άμεσης κινητοποίησης που θέλει ο γάλλος πρόεδρος.