Ηταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – μπορεί να μην είμαι απόλυτα ακριβής στις χρονολογίες αλλά μιλάμε για μια εποχή που τα ήθη, τα στέκια, η αισθητική στη ζωή της πόλης άλλαζε εκ θεμελίων αφού ήδη, από το τέλος των 80s είχε κάνει τη μεγάλη έξοδο από τη βαλκανική της εσωστρέφεια. Καινούργια μαγαζιά, και ως προς το είδος και ως προς το ύφος, άνοιγαν σε χώρους που μέχρι τότε μόνο ως αποθήκες μπορούσαμε να τους φανταστούμε και περιοχές υποβαθμισμένες έμπαιναν δυναμικά στον χάρτη της ψυχαγωγίας. Πιο συγκεκριμένα, ο χώρος της εστίασης αναδιαμορφώθηκε εκ βάθρων ανοίγοντας ένα μεγάλο πεδίο ανάμεσα στις ταβέρνες και τα ρεστοράν (όπως τα έλεγαν μέχρι τότε) που άρχισε αμέσως να γεμίζει με καινούργια gourmet, funky και ambient εστιατόρια. Μην ξεχνάμε ότι ήταν και η εποχή της nouvelle cuisine, η οποία στην Ελλάδα δεν φτούρησε αλλά άνοιξε τον δρόμο για την «πειραγμένη» ελληνική κουζίνα, μια γαστρονομική φιλοσοφία που στήριξε, για πολλά χρόνια, έναν μεγάλο επιχειρηματικό κλάδο, αν θυμηθούμε τις Ντομάτες και τα Mamaca"s (στον πληθυντικό λόγω της «κλωνοποίησης» που τους έγινε).
Τότε άνοιξε και το Πάρκο Ελευθερίας, δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής, την περίοδο μάλιστα της πρώτης μεγάλης ακμής του. Αυτός και μόνο ο λόγος ήταν ικανός να το κάνει στέκι κοσμικό, καλλιτεχνικό, πολιτικό (το La Strada στο Νέο Ψυχικό, γνωστό και ως «η τρατορία του ΠΑΣΟΚ και των φίλων του» είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζει σημάδια φθοράς). Ο άλλος ήταν ο υπέροχος κήπος του και οι προτάσεις της κουζίνας τους. Για 15, περίπου, χρόνια το Πάρκο έγινε σημείο αναφοράς. Αν μιλούσαν τα μαχαιροπίρουνά του θα είχαν πολλά να μας πουν για πολιτικές συμφωνίες και καλλιτεχνικές συνεργασίες που έκλεισαν εκεί. Μια βόλτα στα τραπέζια του έβγαζαν πάντα ρεπορτάζ. Και στη βιογραφία του Βαγγέλη Βενιζέλου θα είναι το σκηνικό σε πολλά κεφάλαιά της. Εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις Τύπου είχαν ένα άλλο πρόσημο αν γίνονταν στο Πάρκο. Ολα τα πράγματα όμως κάνουν τον κύκλο τους.
Και το Πάρκο, τα τελευταία χρόνια, φαινόταν ότι τον είχε κλείσει. Για να ανοίξει έναν καινούργιο. Εδώ και μόλις λίγες μέρες. Με την Εφη Γιαλούση και τον Νίκο Μαούνη επικεφαλής της προσπάθειας. Δύο επαγγελματίες που έχουν αφήσει το στίγμα τους στον χώρο με εμβληματικά μαγαζιά όπως την Οινοπάθεια, το Ginger, το Dirty Ginger, το Suis Generis, την Pavlova. Η Εφη και ο Νίκος ανακαίνισαν τον χώρο τόσο όσο να παραμείνει το Πάρκο που όλοι αγαπήσαμε. Το ανοίγουν από τις εννέα το πρωί με πρωινά (όχι κακοποιημένα brunch) μέχρι… όσο πάρει. Η κουζίνα είναι βασικά αιγαιοπελαγίτικη με πινελιές από την αυστραλέζικη fusion καταγωγή της Εφης. Και, φυσικά, το γεύμα εδώ τελειώνει με πάβλοβα, σε πολλές παραλλαγές, τις οποίες μάλιστα μπορείτε να πάρετε και για το σπίτι.
Καφεδάκι καλαμάκι
Αρχιζαν ήδη να το εφαρμόζουν τα καφέ της ευρύτερης περιοχής της Αγίας Ειρήνης. Φρέντο καπουτσίνο χωρίς καλαμάκι. Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Κάρολος. Μόνο που ο Κάρολος είναι βασιλικής καταγωγής και μπορεί με κάποιον τρόπο να το σώζει. Εγώ με την παρέα μου δεν καταφέραμε να πιούμε ούτε γουλιά χωρίς να πασαλειφτούμε με αφρόγαλα. Γιατί, απλά, δεν γίνεται, βρε παιδιά. Σε στενό ποτήρι σε πιάνει μέχρι μύτη, στα φαρδιά φτάνει και τσίνορα. Εκτιμώ τις οικολογικές ευαισθησίες των υπευθύνων αλλά όχι εις βάρος των πελατών. Υπάρχουν καλαμάκια από μπαμπού, ανακυκλωμένο χαρτί, ανοξείδωτα. Ψάξτε το λίγο.