Ξέρω τι σημαίνει να παρακολουθείς μια τρελή κούρσα προς τη χρεοκοπία. Γιατί, πράγματι, ως Ιταλός που ζει στην Αθήνα, δεν είναι η πρώτη φορά που παρακολουθώ, με μια διαπεραστική αγωνία και μια ενόχληση που φτάνει στα όρια της οργής, την προετοιμασία. Την προετοιμασία που συνοδεύει ένας παροξυσμικός ψευδοεπαναστατικός πυρετός προς το τελικό βήμα που οι λαϊκιστές ονειρεύονται, οι κυριαρχιστές κυνηγούν, οι οπαδοί της καταστροφής επιθυμούν. Την προετοιμασία που δοκιμάζουν τις αγορές (αν και κάποιοι θα επωφεληθούν ασφαλώς) και ορέγονται οι μεγάλες δυνάμεις – ΗΠΑ και Ρωσία – για να κατεδαφίσουν μια Ευρωπαϊκή Ενωση θλιβερή και ουσιαστικά διαλυμένη. Μια Ενωση που είναι πια υποχρεωμένη να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση της ενότητας.
Εζησα στην Ελλάδα όσα βλέπω να ζει σήμερα η Ιταλία. Και νιώθω τρομοκρατημένος καθώς παρακολουθώ μια κωμωδία που θυμίζει το θέατρο του παραλόγου ή κάποιο έργο του Πιραντέλο. Μια χώρα που, παρότι είναι φορτωμένη με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, είχε καταφέρει να προστατεύσει την ισορροπία της με περισσή δεξιοτεχνία, ξαφνικά γίνεται κομμάτια και παραδίδει χωρίς να γνωρίζει κανένας προς το παρόν την κατάληξη την τύχη της σε δυο πολιτικές δυνάμεις: το Κίνημα των 5 Αστέρων που πριν από μερικά χρόνια τασσόταν υπέρ της αποχώρησης της Ελλάδας από την ευρωζώνη και τη Λέγκα, ένα δεξιό κόμμα που συχνά αντιμετωπίζει με μυώδη οργή και χυδαία προπαγάνδα όποιον υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό σχέδιο. Η Λέγκα θαυμάζει, ή μάλλον εγκωμιάζει ανοικτά τη Μαρίν Λεπέν και είναι έτοιμη να πέσει στην αγκαλιά του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Δεν είχα γίνει ποτέ μάρτυρας ενός τέτοιου ερασιτεχνισμού, στρυφνού και γεμάτου σλόγκαν και ύβρεις. Ασφαλώς, η λαϊκή δυσαρέσκεια, η οποία είναι και η βασική αιτία του εκλογικού αποτελέσματος, τροφοδοτήθηκε από τα τεράστια λάθη των Βρυξελλών. Αλλά εάν είναι αλήθεια ότι η ΕΕ δεν μπόρεσε να επιμερίσει τα βάρη και την ευθύνη της προσφυγικής κρίσης, είναι εξίσου αλήθεια ότι εκείνη η δυσαρέσκεια συνδέεται με μια πραγματικά μέτρια γνώση της πιο στοιχειώδους γραμματικής της πολιτικής. Οι δύο νικητές των εκλογών, που στην πραγματικότητα κινούνται σε αντίθετες τροχιές, υποσχέθηκαν τα πάντα στους πάντες. Και το έκαναν σε μια χώρα που είναι καταπληκτική, χωρίς αμφιβολία, αλλά συγχρόνως, όπως έχει αποδείξει η Ιστορία, πάσχει από ωχαδελφισμό και έχει μάθει να ενθουσιάζεται εύκολα.
Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, μαθαίνω ότι επιστρέψαμε στην πολιτική λύση, δηλαδή σε μια κυβέρνηση υπό τον καθηγητή Κόντε, ένα πρόσωπο άγνωστο. Δεν μπορώ να ξέρω ποια θα είναι η πορεία των πραγμάτων ως προς τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το μοναδικό σταθερό πηδάλιο βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου στον οποίο δυστυχώς δεν έχουν παραχωρηθεί πολλές εξουσίες. Ο άνθρωπος αυτός όμως διαθέτει όλα τα προσόντα για να εφαρμόσει με σωστό τρόπο όσα αναγνωρίζει και επιβάλλει το Σύνταγμα. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζο Ματαρέλα. Και στάθηκε μόνος του, σαν ανθρώπινη ασπίδα, για να προστατεύσει την Ιταλία από μια κρίση που κόντεψε να φτάσει σε ένα σημείο από το οποίο δεν θα υπήρχε πια επιστροφή. Και μετά, ως Ιταλός που είμαι, σκέπτομαι ότι οι πρωταγωνιστές της θύελλας θα υποχωρήσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν θα υπάρξουν συνέπειες και ότι δεν θα τις πληρώσουν οι πολίτες, οι μικροκαταθέτες, όλος εκείνος ο κόσμος που τώρα έχει μεθύσει από την πολιτική τού «όσο το χειρότερο τόσο το καλύτερο».
Φυσικά, η Γερμανία δεν μας στάθηκε σαν φίλη. Οι ειρωνείες και ο φτηνός και ανόητος σαρκασμός των γερμανικών μέσων ενημέρωσης, δέσμιων των κοινοτοπιών που ακούει κανείς στα καφενεία ή στην γιορτή της μπίρας, ενίσχυσαν το αντιευρωπαϊκό κύμα. Αυτήν την κακή υπηρεσία προσέφερε και το γεράκι που ακούει στο όνομα Γκίντερ Ετινγκερ δηλώνοντας ότι «οι αγορές θα μάθουν στους Ιταλούς πώς να ψηφίζουν». Ηταν μια δήλωση απαράδεκτη σε μια στιγμή ακραίας έντασης, όπως ήταν απαράδεκτες οι κατηγορίες εις βάρος της Ελλάδας στην κορύφωση της κρίσης – ενώ είχε μάλιστα υποχρεωθεί να αγοράσει δύο γερμανικά υποβρύχια, εκ των οποίων το ένα δεν ήταν καν αξιόπλοο.
Αλλά η διαφορά είναι ότι τότε η Αθήνα, παρά το «όχι» που είπε με δημοψήφισμα στο Μνημόνιο της τρόικας, αντέδρασε με αμείλικτο ρεαλισμό. Η ίδια η κυβέρνηση, κι αφού είχε εισπράξει τη συναίνεση του λαού, αποφάσισε πράγματι να αλλάξει οδό και να δεχτεί τους όρους που είχαν επιβάλει οι δανειστές. Ηταν όροι πολύ σκληροί αλλά ίσως αναγκαίοι για την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Ο έλληνας Πρωθυπουργός έχει επικριθεί πολύ. Αλλά η κυβέρνησή του είναι σταθερή και γιατί η αντιπολίτευση, παρά το γεγονός ότι κερδίζει έναν κόσμο που εξακολουθεί να υποφέρει και δεν βλέπει φως στην άκρη του τούνελ, ξέρει ότι η θεραπεία θα είναι πάνω – κάτω η ίδια.
Να γιατί πιστεύω ότι η Ιταλία για να σταθεί όρθια μετά το κυβερνητικό τσουνάμι θα πρέπει να ακολουθήσει – και ίσως το κάνει – το παράδειγμα της Ελλάδας. Η έξοδος από το ευρώ δεν θα αποτελούσε μόνο πλήγμα για την Ευρώπη. Θα ήταν αυτοκτονία για την ίδια την Ιταλία, ακόμη και αν η χώρα μου ακολουθούσε το παράδειγμα του Τζον Κένεντι ή του Αλντο Μόρο και τύπωνε χρήμα. Εκείνα ήταν τότε δυο πειράματα που άλλο δεν έκαναν από το να ταράξουν τις ισορροπίες του κόσμου εκείνης της εποχής. Σήμερα δεν υπάρχει, παρά μόνο στα όνειρα των οπαδών της διάλυσης, μια εναλλακτική οδός απέναντι στο ευρώ. Κι αυτό πρέπει να γίνει απολύτως ξεκάθαρο και στην Ιταλία.
Ο Αντόνιο Φεράρι, αρθρογράφος της «Corriere della Sera», υπήρξε επί σειράν ετών ανταποκριτής της ιταλικής εφημερίδας στην Ελλάδα. Το κείμενο αυτό γράφηκε αποκλειστικά για «ΤΑ ΝΕΑ»