Κανονίστε μερικοί να τα τρελάνετε τα παιδιά σας τώρα με τις Πανελλαδικές. Κανονίστε να προβάλλετε όλα σας τα απωθημένα στις εξετάσεις τους. Αλλωστε είναι γνωστό πως οι καλοί βαθμοί φέρνουν επιτυχία, καταξίωση, χρήμα, δόξα, έναν καλό γάμο και τρία χαριτωμένα παιδάκια.
Ως πανομοιότυπα προϊόντα που βγαίνουν από πρέσα εργοστασίου, η μια γενιά ακολουθεί την άλλη. Ολες καταδικασμένες στην επιτυχία, όλες ανίκανες να διαχειριστούν την «αποτυχία» – όπως τουλάχιστον την εννοούν οι γονείς τους: γεννιέμαι, σπουδάζω, δουλεύω, παντρεύομαι, κάνω παιδιά, πεθαίνω.
Βλέπουμε μανάδες με μαύρους κύκλους να ξεροσταλιάζουν έξω από τα εξεταστικά κέντρα. Να γράψει καλά το παιδί. Να αριστεύσει, να προκόψει, να διακριθεί, να μην έχει την τύχη τη δικιά μας.  Ευτυχώς Χημεία γράψαΜΕ άριστα, Φυσική χάσαΜΕ μια ερώτηση, Μαθηματικά ελπίζουΜΕ για βάση, μεθαύριο δίνουΜΕ Ιστορία.
Αυτή η ελληνίδα μάνα, που τόσο αγαπησιάρικα μνημονεύουμε, δεν είναι καθόλου η κωμική φιγούρα που κυνηγάει το παιδί με έναν κεφτέ στην παραλία. Δεν είναι καθόλου η γραφική γυναικούλα του «ζακέτα να πάρεις», «το χυμό σου να πιεις», «στη θεία να ευχηθείς», γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο», «πετσί και κόκαλο έμεινες, δε σε ταΐζει αυτή;». Η ελληνίδα μάνα είναι μια γυναίκα που η ζωή την έχει κουράσει και τα όνειρα την έχουν διαψεύσει. Οταν φίλησε τον βάτραχο που παντρεύτηκε αυτός δεν έγινε πρίγκιπας, απλώς της έμεινε μια αηδία από το φιλί στο στόμα. «Θ" αλλάξουν τα πράγματα» της έλεγε κι όντως άλλαξαν: προς το χειρότερο.
Μισή ζωή, μισός έρωτας, μισή δουλίτσα, μισή καρδιά. Το σπίτι της είναι το κοινωνικό περιθώριο και σπάνια ξεμυτίζει από εκεί. Ζει μέσα από τους ήρωες της σαπουνόπερας, μέσα από τις συνταγές του Πετρετζίκη, μέσα από τις καρδούλες και τα αγγελάκια που ποστάρει στο φέισμπουκ πληκτρολογώντας αργά αργά το κάθε γράμμα. Εχει ρίζα στο μαλλί, φοράει μικροσκοπικά σκουλαρίκια και το κραγιόν της Μενεγάκη. Αλλά πάνω απ" όλα ζει μέσα από τα παιδιά της. Δυστυχώς για τα παιδιά της.
Είναι μια γυναίκα φοβισμένη κι αυτό τον φόβο προβάλλει στα παιδιά της. Μην ανακατεύεσαι. Μη μπλέκεσαι. Μην ανοίγεις ιστορίες με τους γειτόνους. Μην ακούς τις κραυγές στο διπλανό διαμέρισμα. Μη χτυπάς το κουδούνι, μην πας στην Αστυνομία, μη βγάζεις εσύ το φίδι από την τρύπα. Κοίτα τη δουλίτσα σου. Το σπιτάκι σου. Τη γυναικούλα σου. Το παιδάκι σου. Τα υποκοριστικούλια σου. Γιατί έχω και την καρδιά μου πουλάκι μου, δεν θα με πεθάνεις εσύ εμένα.
Είναι γνωστό τοις πάσι πως όλοι θέλουν του παιδιού της το κακό. Το κορίτσι του, το αγόρι της, ο εργοδότης, ο συνάδελφος, ο πρώτος τυχών κι ο δεύτερος επίσης. Εχεις δει να της φέρνει ο γιος κορίτσι στο σπίτι; Ενα βλέμμα καχυποψίας ασορτί με το πλατύ χαμόγελο του συρραπτικού; Σε κακό θα ΜΑΣ βγει αυτός ο δεσμός, εμένα οι πρώτες μου εντυπώσεις είναι πάντα σωστές, τον θέλει για τα λεφτά του. Ασχέτως που δεν έχει λεφτά.
Τώρα με τις Πανελλαδικές κανονίστε κυρίες μου, από την υπερβολική αγάπη, να το πνίξετε το αρκουδάκι σας. Στύψτε χυμούς, δώστε βιταμίνες, σταυρώστε το στην είσοδο, τσιμεντωθείτε στο μπαλκόνι μέχρι να γυρίσει να σας πει πώς έγραψε, τι έγραψε, τι το ρώτησαν, τι απάντησε, του έφτασε ο χρόνος, ήταν βατά τα θέματα, πώς τα είδε τα άλλα παιδιά. Γιατί ΠΡΕΠΕΙ να γράψεις καλά, μάτια μου όμορφα. Να μπεις σε καλή σχολή. Να κάνουμε με τον μπαμπά το σκατό μας παξιμάδι για να σε στείλουμε για μάστερ. Για να βρεις δουλειά. Για να γίνεις οικονομικός μετανάστης. Για να μου λείπεις, παιδί μου.
Γιατί μαραζώνω μακριά σου. Πήρες της ζωή μου κι έφυγες και πια δεν έχω ζωή. Ομως όταν κλαίω μόνη μου στο παιδικό σου δωμάτιο, έχω μια παρηγοριά: στις Πανελλαδικές του 2018 πήρες 18.543 μόρια.