Από τις επιλεκτικές προδημοσιεύσεις αποσπασμάτων του, πριν ακόμη το «Πυρ και μανία» βρεθεί στις προθήκες των αμερικανικών βιβλιοπωλείων (αρχές Ιανουαρίου εφέτος), είχε καταστεί σαφές ότι εμπεριείχε αρκετή εκρηκτική ύλη για να τινάξει στον αέρα τον Λευκό Οίκο – και, από αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε ότι απέτυχε: αναμφίβολα τον ταρακούνησε (συνεχίζονται οι δονήσεις) αλλά δεν τον κατεδάφισε. Εάν θα πρέπει να εντοπίσουμε κάπου το μυστικό της αποτυχίας ενός τόσο απροκάλυπτα προβοκατόρικου βιβλίου είναι ακριβώς στο μυστικό της επιτυχίας του Ντόναλντ Τραμπ: κάθε του σκανδαλώδες ψεγάδι – συμπεριλαμβανομένων των τερατολογιών, της ηλιθιότητας ή της διαφθοράς – είναι, στα μάτια των ψηφοφόρων του, ακαταμάχητο προσόν. Από την άλλη μεριά, παραμένει μυστήριο – κι επίμονο ερώτημα των δημοσιογράφων – πώς ένας αποδεδειγμένα ενοχλητικός πικρόχολος, όπως ο συγγραφέας του βιβλίου Μάικλ Γουόλφ, φίλα προσκείμενος στους «αριστεροφιλελεύθερους», πήρε την άδεια να τριγυρνάει επί μήνες στα άδυτα του Λευκού Οίκου, να ηχογραφεί όποιον ήθελε και να ρωτάει ό,τι ήθελε: διακόσιες πυρακτωμένες συνομιλίες με τους πιο στενούς συνεργάτες του Τραμπ, μηδέ του Προέδρου εξαιρουμένου. «Ημουν μια μαύρη τρύπα», εξηγεί ο ίδιος ο Γουόλφ στη δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή Morning Joe του δικτύου MSNBC, «δεν μιλούσα, άκουγα». Ωστόσο, από τη στιγμή που η «μαύρη τρύπα» αποφάσισε να καταγράψει όσα διατείνεται ότι άκουσε, ο Τραμπ και το περιβάλλον του έκαναν το μοιραίο σφάλμα που δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του ένας καθαρόαιμος «τραμπικός»: της έδωσαν σημασία. Μυθομανή ανέβαζαν τον Γουόλφ, σκουπίδι τον κατέβαζαν. Εξού κι εκτόξευσαν τις πωλήσεις του βιβλίου του σε δυσθεώρητα ύψη. Στοιχειώδες, Ντόναλντ.
Η ελληνική έκδοση του «Πυρ και μανία» (Πατάκης, 2018) είχε την τύχη να πέσει στα έμπειρα χέρια της Σώτης Τριανταφύλλου. Η Σώτη, εκτός από δεινή μεταφράστρια μιας βιτριολικής αφήγησης, διανθίζει το πρωτότυπο με κατατοπιστικές υποσημειώσεις, άκρως απαραίτητες για να προσανατολιστούμε στον λαβύρινθο της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, καθώς και του υβριδίου ενημέρωσης/ψυχαγωγίας, του infotainment όπως επικράτησε να αποκαλείται και του οποίου πιο διακεκριμένος εκπρόσωπος μέχρι σήμερα είναι ο ίδιος ο Τραμπ. Ξεκινάμε λοιπόν με έναν ανορθόδοξο γραφικό δισεκατομμυριούχο, έναν «πρίγκιπα κλόουν ανάμεσα στους πλούσιους και τους διάσημους», που μολονότι «αλλόκοτο, δύστροπο ή και γελοίο άτομο, ανεπαρκώς εξοπλισμένο για την προεδρία», αποφασίζει να τη διεκδικήσει και να κατέβει στην αρένα ως ένας πλακατζής μονομάχος (φανταστείτε τον Μάρκο Σεφερλή στον ρόλο) απέναντι σε παλιές καραβάνες των Ρεπουμπλικανών ή νέους φιλόδοξους Killers και, αφού τους κάνει χαλαρά μια χαψιά, μην πιστεύοντας στην καλή του τύχη, να πέσει κατόπιν ηρωικά μαχόμενος (και επικοινωνιακά/επιχειρηματικά ασυγκρίτως πιο αναβαθμισμένος) από τη νέμεσή του, τη σκληρόπετση Χίλαρι Κλίντον, τόσο σίγουρη ότι θα νικήσει τον «κλόουν» ώστε βάζει την προεκλογική της εκστρατεία σχεδόν στον αυτόματο πιλότο. Οντως, η Χίλαρι κερδίζει τρία εκατομμύρια ψήφους περισσότερες από τον Ντόναλντ, αλλά, με το «κουφό» εκλεκτορικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών, το τρόπαιο πάει στον Ντόναλντ. Το κατώφλι του Λευκού Οίκου διαβαίνει ο πρώτος υποψήφιος που δεν πίστεψε ποτέ ότι θα το διαβεί. Οσους του έλεγαν το αντίθετο – όπως ο Στίβ Μπάνον, «εναλλακτικός δεξιός» (βλέπε, λαϊκιστής ακροδεξιός), όψιμος επικεφαλής της τραμπικής προεκλογικής εκστρατείας και κατοπινός σύμβουλος στρατηγικής – τους έκραζε ως κόλακες. Η τύχη δούλεψε ερήμην του και προκάλεσε στη χώρα – κατά τα «λυσσασμένα» ΜΜΕ «εναντίον του» – ένα πρωτοφανές «ιστορικό ατύχημα».
«Οι περισσότεροι Πρόεδροι», σημειώνει ο Γουόλφ, «έρχονταν στον Λευκό Οίκο από τη συνηθισμένη πολιτική ζωή, όπου δεν είχαν υπηρέτες, ιδιωτικό αεροπλάνο, συμβούλους και παρασυμβούλους, μέτρα ασφαλείας και γενικά βασιλική μεταχείριση – η μετακόμισή τους στην προεδρική κατοικία αποτελούσε άλμα. Για τον Τραμπ δεν ήταν. Στον ουρανοξύστη του, ο οποίος του ταίριαζε αισθητικά περισσότερο από ό,τι ο Λευκός Οίκος, περιβαλλόταν από αυλικούς και το ιδιωτικό του τζετ βρισκόταν πάντα σε ετοιμότητα. Το προεδριλίκι δεν τον εντυπωσίαζε». Καθώς όμως του είναι ξένη έως ανυπόφορη κάθε ιδέα ταπεινότητας και θέλει να πάρει την ανέλπιστη νίκη του και «να την τρίψει στη μούρη όλων», υιοθετεί ένα προεδρικό στυλ αντι-Ομπάμα, σύμφωνο και με την ιδιοσυγκρασία του: «Εν μέρει διδακτικός, επιρρεπής σε προσωπικές μαρτυρίες, με λεξιλόγιο μπαρόβιου, φλύαρος, ασυνάρτητος, συνδυασμός εξαλλοσύνης τηλε-ευαγγελιστή και κονφερασιέ λαϊκού θεάματος (…) Ορισμένοι συμπέραναν πως είναι δυσλεκτικός, αφού η δυνατότητά του κατανόησης γραπτού κειμένου είναι περιορισμένη. Προφανώς, ως πλάσμα της τηλεόρασης, επεξεργάζεται μόνο εικόνες όπως οι περισσότεροι λαϊκιστές. Οχι μόνο δεν διάβαζε, αλλά δεν άκουγε κιόλας. Του άρεσε να μιλάει και να ακούει μόνο τον εαυτό του. Δεν εμπιστευόταν παρά τη δική του γνώση, όσο κι αν ήταν λειψή ή ανύπαρκτη. Επιπροσθέτως, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε κάτι, ακόμη κι αν θεωρούσε ότι άξιζε την προσοχή του». Το ατράνταχτο επιχείρημά του; «Με την περιορισμένη γνώση, με την παρορμητικότητα και την εκκεντρικότητά του είχε εκλεγεί Πρόεδρος των ΗΠΑ». Μέχρι και τον διαβόητο μισογυνισμό του – τα «θηλυκά» ως ένα «κομμάτι κρέας» – είχε καταφέρει να τον στρέψει προς όφελός του: «Στις γυναίκες μιλούσε πάντοτε με εμπιστοσύνη, ενώ κρατούσε τους άνδρες σε απόσταση. Πιστεύει ότι οι άνδρες ίσως είναι πιο δυναμικοί και ικανοί, αλλά συνήθως έχουν τη δική τους ατζέντα. Οι γυναίκες, από τη φύση τους, όπως την αντιλαμβάνεται ο Τραμπ, τείνουν να αφοσιώνονται σε έναν άνθρωπο. Σε έναν άνδρα σαν τον Τραμπ».
Πώς μπορείς όμως να αφοσιωθείς σε έναν άνθρωπο όταν, όχι μόνο δεν γνωρίζεις τι θέλει από εσένα, αλλά είσαι και σίγουρος πως ούτε εκείνος γνωρίζει τι θέλει από εσένα; «Οι άνθρωποι του Προέδρου», γράφει ο Γουόλφ, «έκαναν ό,τι πίστευαν πως θέλει ο Πρόεδρος ελπίζοντας ότι εκ των υστέρων θα ισχυριζόταν πως το είχε σκεφτεί ο ίδιος – και πράγματι, έτσι συνέβαινε». Ως άμεση απόρροια αυτής της τακτικής και καθώς ο καθένας προβάλλει πάνω στις προθέσεις του Τραμπ τις δικές του προθέσεις, θα ξεκινήσει ένας δαρβινικός αγώνας επιβίωσης ανάμεσα στους αυλικούς του βασιλιά – τον εμμονικό σύμβουλο στρατηγικής, τον καιροσκόπο γαμπρό, την αδίστακτη κόρη του βασιλιά και άτυπη Πρώτη Κυρία, τη μανιοκαταθλιπτική βασίλισσα… Κάπως σαν την τηλεοπτική σειρά House of Cards, προς το πιο χαοτικό, το πιο απρόβλεπτο και το πιο κανιβαλιστικό της. Με μια σημαντική διαφορά στην πραγματική ζωή. Εδώ, εάν ο Κέβιν Σπέισι παραπεμπόταν για σεξουαλική παρενόχληση, όχι μόνο δεν θα διασυρόταν και δεν θα αποπεμπόταν από τη σειρά, αλλά θα επιβραβευόταν και από πάνω. Εδώ θα νικούσε πάντοτε ο χειρότερος. Ο πιο χαμηλός παρονομαστής ήθους, πνεύματος και αξίας. Η αριστεία θα έτρωγε πάντα τη σκόνη του.