«Υποσχεθήκαμε ένα δύσκολο αλλά ανορθωτικό δρόμο για τη χώρα και την οικονομία και τρία χρόνια μετά βλέπουμε επιτέλους ότι βγαίνουμε στο ξέφωτο» είπε ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, ξεκινώντας την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) ενώ ταυτόχρονα προανήγγειλε αύξηση του κατώτατου μισθού

«Σταματήσαμε την κατάρρευση, αντιστρέψαμε την καθοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας και προχωράμε μπροστά και με σχέδιο για την επόμενη μέρα» σημείωσε ο πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι «πλέον το σύνολο της οικονομίας αναπτύσσεται και συμβαδίζει με το δυναμικό σας παράδειγμα».

Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι μετά από τρία συνεχόμενα έτη με ρεκόρ προσέλευσης ξένων επισκεπτών, «δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε το στοίχημα για τη φετινή πορεία του ελληνικού τουρισμού» εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι φέτος « το ποντάρισμα θα μας βρει από την ίδια πλευρά της πιθανής έκβασης και η πραγματικότητα θα μας δικαιώσει».
«Αναμένεται να σπάσουμε και φέτος ρεκόρ για τον ελληνικό τουρισμό, με τις προσδοκίες να κάνουν λόγο για 32 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες», τονίζοντας ότι θα είναι «η καλύτερη χρονιά στην ιστορία του ελληνικού τουρισμού». Ήδη, είπε, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία των τουριστικών εισπράξεων η εισερχόμενη τουριστική κίνηση είναι αυξημένη κατά 12,8% σε σχέση με πέρυσι.

Σημείωσε ότι ο κλάδος του τουρισμού «ίσως να ήταν ενδεχομένως ο μοναδικός, που όχι μόνο αντιστάθηκε στο σαρωτικό κύμα της βαθιάς ύφεσης που μας έπληξε αλλά κατάφερε και να αναπτυχθεί» και υπογράμμισε προς τους επιχειρηματίες του τουρισμού: «Σίγουρα ήσασταν το καλύτερο παράδειγμα για το τι μπορούμε να πετύχουμε ακόμη και μέσα σε χαλεπούς καιρούς. Στηρίξατε την απασχόληση όταν το γενικό επίπεδο της ανεργίας έφτανε το δυσθεώρητο νούμερο του 27% και συνεχίσατε να επενδύετε στην θετική προοπτική της χώρας, όταν άλλοι επιχειρηματίες την εγκατέλειπαν άρον- άρον υπολογίζοντας μόνο το στενό τους συμφέρον».

«Σε λιγότερο από ένα μήνα από σήμερα θα έχουμε τελειώσει με τις τελευταίες εκκρεμότητες της 4ης αξιολόγησης κι άρα με την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το 3ο και τελευταίο πρόγραμμα» συνέχισε ο πρωθυπουργός και τόνισε ότι «όλοι εργαζόμαστε επισταμένα για αυτό το σκοπό και στα μέσα του Ιουνίου θα είναι έτοιμο το τελευταίο νομοσχέδιο για την ψήφιση και των τελευταίων προαπαιτούμενων».

Παράλληλα, όπως είπε, έως τα τέλη του Ιούνη θα έχουν ολοκληρωθεί και οι διεργασίες για τις τελικές και οριστικές αποφάσεις που αφορούν την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

«Αναμένουμε λοιπόν μια συμφωνία καλά επεξεργασμένη ως προς τα χαρακτηριστικά της, με φιλόδοξη προοπτική και κατάλληλα προσαρμοσμένη στις μακροπρόθεσμες ανάγκες της ελληνικής οικονομίας» τόνισε, σημειώνοντας ότι η πρέπει να είναι «ικανή να πείσει τις αγορές και τη διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάδα επιστρέφει δυναμικά και με αξιώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα».
Διαβεβαίωσε δε, ότι η συμφωνία θα είναι «αντάξια των προσπαθειών του ελληνικού λαού μετά από 8 χρόνια επώδυνης προσαρμογής.

Αυτή είναι άλλωστε η λύση που επιβάλλεται και από τη κρισιμότητα των στιγμών τόσο για το ευρώ και για όλο το ευρωπαϊκό εγχείρημα, δεδομένων και των πρόσφατων αναταράξεων από τη πολιτική κρίση στην Ιταλία, «που υποδεικνύουν σε όλους μας ότι όλοι μας οφείλουμε να μην παρασυρθούν από τα θετικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, αλλά να δώσουμε μια λύση που θα κατοχυρώνει, θα εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη των αγορών απέναντι στην ελληνική οικονομία, μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα».

H Ευρώπη πρέπει να κατανοήσει ότι η επιμονή στη λιτότητα χωρίς ορίζοντα ελπίδας, διαβρώνει τη νομιμοποίηση των οικονομικών στόχων και προκαλεί διχασμό στο εσωτερικό των κοινωνιών. H περιφρόνηση της Δημοκρατίας γεννά επικίνδυνες αλλά και δικαιολογημένες αντιδράσεις από τους λαούς.Αναφερόμενος στις στρατηγικές συμμαχίες, πέραν της οικονομίας, ο πρωθυπουργός είπε ότι με την ανάληψη της πρωτοβουλίας των κινήσεων, «λειτουργούμε ως πυλώνας σταθερότητας και συνεννόησης σε μια περιοχή ευάλωτη σε κρίσεις αστάθειας».

     Τόνισε ότι η «επιδίωξη συναινετικής λύσης στο ζήτημα της εξεύρεσης κοινά αποδεκτής ονομασίας με τη γειτονική χώρα της ΠΓΔΜ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτή την κατεύθυνση, που με υπεθυνότητα και πατριωτισμό επιχειρούμε».

«Η λιτότητα τελειώνει και αρχίζει η δυνατότητα της επέκτασης, από το 2019 κιόλας» τόνισε ο Αλέξης Τσίπρας σε άλλο σημείο της ομιλίας του και επανέλαβε ότι «η διαρκής ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, γρήγορα, από το "19 και μετά θα αρχίσει να μας αφήνει δημοσιονομικό χώρο, παρά τις δεσμεύσεις μας για 3,5% πλεόνασμα, που όχι μόνο τους πιάνουμε, αλλά τους υπερβαίνουμε αυτούς τους στόχους» .

 Αυτό σημαίνει, όπως είπε «ότι ανοίγονται δυνατότητες σταδιακής μεν αλλά ουσιαστικής φορολογικής ελάφρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων» και έφερε ως παράδειγμα ότι «στο μεσοπρόθεσμο που θα καταθέσουμε στη Βουλή, για το 2019 προβλέπεται δημοσιονομικός χώρος άνω των 700 εκατ. ευρώ, για το 2020 κοντά στο 1,3 δισ. ευρώ». Υπογράμμισε δε, ότι για το 2019 αυτά τα 700 εκατ. «αποφασίσουμε να είναι στην ελάφρυνση των φόρων». «Σήμερα είναι η κατάλληλη στιγμή να θέσουμε σε πιο σωστές βάσεις το εργασιακό πλαίσιο και να εξετάσουμε το βέλτιστο επίπεδο του κατώτατου μισθού» είπε ο Αλέξης Τσίπρας, προσθέτοντας ότι «για κάποιους αυτό είναι έγκλημα καθοσιώσεως, αλλά για εμάς είναι επιβεβλημένο, τόσο ηθικά αλλά και οικονομικά».

Επεσήμανε ότι η «αναδιανομή είναι ο πραγματικός κινητήρας της ανάπτυξης» και σημείωσε ότι «είναι δίκαιο, ο κόσμος της εργασίας να λάβει το μερίδιο που του αναλογεί από τη βελτίωση των συνθηκών».

Όπως είπε, «το επιχείρημα ότι η ανταγωνιστικότητα σημαίνει χαμηλό εργατικό κόστος έχει αποδειχθεί ότι είναι λανθασμένο», προσθέτοντας πως «όσο ελαστικοποιείται η εργασία, και αυτή είναι τάση στον παγκόσμιο καπιταλισμό, τόσο μειώνεται η αποδοτικότητα της εργασίας. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονται δέσμευση με την εργασία τους και δεν τους ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της δουλειά τους».
«Πιστεύω λοιπόν ότι η βελτίωση των αποδοχών θα τονώσει την αισιοδοξία αλλά και την αποδοτικότητα του κόσμου της εργασίας» είπε ο πρωθυπουργός.