Ποιος κερδίζει; Ποιος ωφελείται; Το θεμελιώδες ερώτημα του ρωμαϊκού δικαίου «Cui bono?» δεν βρίσκει πάντοτε ούτε εύκολη ούτε οριστική απάντηση στον χώρο της πολιτικής. Μια εμβριθής δημοσιογραφική έρευνα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, με την υπογραφή των Μιχάλη Ιγνατίου – Κώστα Παπαϊωάννου και υπό τον ερεθιστικό τίτλο «Οι έξι θάνατοι του Τζωρτζ Πολκ», μας υπενθυμίζει ότι συχνά στην πολιτική μπορεί όχι μονάχα να μην ξεχωρίζει ευδιάκριτα ποιος ωφελείται, αλλά και να ωφελούνται εξίσου οι πάντες ή σχεδόν οι πάντες.
Τον Μάιο του 1948, στη δίνη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, ο Θερμαϊκός ξέβρασε στη στρατοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το πτώμα του 35χρονου αμερικανού ανταποκριτή, με μοναδικά διαπιστευτήριά του ένα γεμάτο στομάχι, χέρια – πόδια δεμένα χαλαρά και μια σφαίρα φυτεμένη στο κεφάλι. Εκτοτε πλήθος ελλήνων και ξένων ερευνητών προσπάθησε ατελέσφορα να απαντήσει στο «Cui bono?», ώστε να εκμαιεύσει με σχετική σιγουριά και το ομογάλακτο «Ποιος το έκανε;». Επειδή όμως προφανώς τον Πολκ δεν τον δολοφόνησαν οι… πάντες (όπως δολοφονούν το θύμα τους σε ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα της Αγκαθα Κρίστι), οι Ιγνατίου – Οικονόμου παρουσιάζουν όσα νέα στοιχεία ήρθαν στο φως αυτά τα εβδομήντα χρόνια, ξεσκαρτάρουν προσεκτικά κι εξαντλητικά τα αυθεντικά στοιχεία από τα χαλκευμένα και συνοψίζουν τις έξι εκδοχές που προκύπτουν. Η πιο αδύναμη εκδοχή είναι και η επίσημη: δολοφόνησαν τον Αμερικανό δύο έλληνες κομμουνιστές αντάρτες – ο ένας ήδη νεκρός (!) τον καιρό που φθάνει ο Πολκ στη Θεσσαλονίκη – με τη συνέργεια ενός έλληνα δημοσιογράφου, του Γρηγόρη Στακτόπουλου, που θα περάσει κατόπιν των παθών του τον τάραχο. Από εκεί κι έπειτα, ωφελημένοι από το έγκλημα – άρα και με ισχυρό κίνητρο για να το διαπράξουν – βγαίνουν οι Βρετανοί, οι ντόπιοι ακροδεξιοί παρακρατικοί, όπως και οι ντόπιοι λαθρέμποροι, οι Σοβιετικοί – με guest star τον διαβόητο διπλό πράκτορα Κιμ Φίλμπι – καθώς και οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Εάν προσθέσει κανείς και την υψηλή κρατική συγκάλυψη τριών χωρών – των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ελλάδας -, αντιλαμβάνεται γιατί το μυστήριο του Πολκ δεν χρειάζεται μία, μα πολλές Κρίστι για να επιλυθεί, εάν ποτέ επιλυθεί.
  
Ωστόσο, στην ενεργό πολιτική, η ωφέλεια δεν προκύπτει μόνον από τις εγκληματικές πράξεις – ευτυχώς, να λέμε – αλλά και από τις καθ" όλα νόμιμες, αμφιβόλου εντούτοις, αν όχι ανυπάρκτου ηθικού ερείσματος. Ετσι, την Παρασκευή που μας πέρασε, είδαμε τον Αλέξη Τσίπρα, σε διάστημα λίγης ώρας, να περνάει από το δημαρχείο της συμπρωτεύουσας στο νεκροταφείο της Καλαμαριάς. Σίγουρα η σχετική εγγύτητα ανάμεσα στο δημαρχείο και το νεκροταφείο διευκόλυνε τους πρωθυπουργικούς σχεδιασμούς, αλλά το εξασκημένο μάτι δεν μπορεί να μην παρατήρησε ότι ο Πρωθυπουργός μας, δίχως να φορτσάρει ιδιαίτερα πάνω στα εκφραστικά του μέσα, με το ίδιο πάντοτε τζοκόντειο μειδίαμα, έπλεξε το εγκώμιο του Γιάννη Μπουτάρη – «συμβολοποιείς (sic) ένα ολόκληρο δημοκρατικό προοδευτικό μέτωπο απέναντι στη μαυρίλα» – και ύστερα παρευρέθη στην κηδεία ενός δημοφιλούς καλλιτέχνη, του Χάρρυ Κλυνν, που όσο βρισκόταν εν ζωή, χλευαστικά, επίμονα, με ad hominem επιθέσεις, διαδήλωνε ότι ο Μπουτάρης όχι μονάχα δεν ήταν σύμβολο εναντίον της μαυρίλας, αλλά ήταν και η μαυρίλα αυτοπροσώπως.
   Μήπως είμαστε υπερβολικοί; Μπορεί. Αναμφίβολα ο Τσίπρας δεν απευθύνεται σε εμάς. Το δικό του ακροατήριο, εμποτισμένο με τον εθνολαϊκισμό, αφιερωμένο στη λατρεία του θυμικού κι εκπαιδευμένο επί χρόνια να μην ψειρίζει τι φάσκει και τι αντιφάσκει, δεν ενοχλείται που ο Πρωθυπουργός μας, με έναν κυνισμό τόσο ξετσίπωτο που καταντάει πορνογραφικός, αντλεί ωφέλεια υποκρινόμενος ότι υποκλίνεται μπροστά σε δύο διαμετρικά αντίθετους ιδεολογικούς εκπροσώπους. Για εμάς τους υπόλοιπους; Ξιδάκι.