Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί η κρίση στην Ιταλία, από όσα όμως έχουν ήδη γίνει εκεί προκύπτει με σαφήνεια η μεγάλη διαφορά που υπάρχει σε σχέση με την Ελλάδα: ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας μπορεί να επέμβει και ίσως να προλάβει καταστροφές που θα έφερνε ο άκρατος κομματικός ανταγωνισμός για την εξουσία. Ισως ο Σέρτζιο Ματαρέλα να ερμήνευσε διασταλτικά τις δυνατότητες που του δίνει το Σύνταγμα να αποδεχθεί ή όχι υπουργούς που προτείνονται από τον πρωθυπουργό, αλλά μήπως και σε εμάς δεν έχει ξεχειλώσει η υπέρ του πρωθυπουργού ερμηνεία του Συντάγματος; Στον έλληνα πρόεδρο απαγορεύεται να διαφωνήσει για οτιδήποτε – ακόμα και για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, όντας υποχρεωμένος να δεχθεί ότι υπάρχει «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» που τις επιβάλλει, οποτεδήποτε θεωρήσει ο πρωθυπουργός ότι τον συμφέρει.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι διακοσμητικό πρόσωπο· είναι υποχρεωμένος να αποδέχεται κάθε απόφαση του πρωθυπουργού ή της κυβερνητικής πλειοψηφίας – το μόνο όπλο που διαθέτει είναι η παραίτησή του, από την οποία μπορεί να προκύψουν εκλογές αν δεν επιτευχθεί πλειοψηφία 180 βουλευτών για την εκλογή νέου προέδρου. Ητοι, μπορεί να υπεισέλθει στον πολιτικό ανταγωνισμό μόνο ως «ιδανικός αυτόχειρας» που ελπίζει σε μετά θάνατον ζωή, δηλαδή ότι θα προκαλέσει εκλογές στις οποίες θα ηττηθεί ο πρωθυπουργός με τον οποίο διαφωνεί. Αν προσθέσουμε σε αυτή τη θεσμική αδυναμία του προέδρου της Δημοκρατίας την ανυπαρξία Συνταγματικού Δικαστηρίου και Ανω Βουλής και ότι το υπουργικό συμβούλιο ορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης, κατανοούμε γιατί η κομματοκρατία στη χώρα μας είναι τόσο ισχυρή και γιατί είναι ανελέητος ο αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας.
Δεν διαθέτουμε αυτά που στην κλασική φιλελεύθερη θεωρία ονομάζονται checks and balances μεταξύ κοινοβουλευτικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Πανίσχυρο στη δική μας περίπτωση είναι θεωρητικά το κοινοβούλιο αλλά, λόγω της ισχύος των αρχηγών των κομμάτων, στην πραγματικότητα όλες οι εξουσίες βρίσκονται στα χέρια του πρωθυπουργού και της «ηγετικής ομάδας» που τον περιστοιχίζει· τις χρησιμοποιούν προς ίδιο όφελος, συχνά ενάντια στο δημόσιο συμφέρον και στο συμφέρον των πολιτών – αυτά που προσπαθεί να υπερασπιστεί τούτες τις ημέρες ο ιταλός πρόεδρος.
Δυστυχώς, στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ελάχιστα τίθεται το ζήτημα αυτής της θεσμικής ανισορροπίας: κάθε περιορισμός της κομματοκρατίας θεωρείται υποβάθμιση της δημοκρατίας – σαν να είναι κορύφωση των δημοκρατικών διαδικασιών ο χωρίς όρια κομματικός ανταγωνισμός και η ανάδειξη παντοδύναμου πρωθυπουργού που μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο εσωκομματικά και όχι θεσμικά. Τα παθήματά μας από το 2010 και μετά δεν μάς έγιναν μαθήματα.