Μπορεί να έφταιγε ο Ντόναλντ Τουσκ και το κλίμα που είχαν διαμορφώσει οι Βρυξέλλες, αλλά στη Σόφια οι περισσότεροι Βαλκάνιοι περίμεναν να κλέψει την παράσταση μια συμφωνία ανάμεσα στον Τσίπρα και τον Ζάεφ για το Σκοπιανό. Είχε προηγηθεί και το – ασυνήθιστο για όσους είχαν συγκεντρωθεί στο βουλγαρικό Μέγαρο του Πολιτισμού – ξενύχτι των δύο συνομήλικων πρωθυπουργών, που αρκούσε από μόνο του για να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Οταν ο Τσίπρας με τον Ζάεφ εμφανίστηκαν χαμογελαστοί στον χώρο της ευρωβαλκανικής Συνόδου, ο Εντι Ράμα έσπευσε να τους συγχαρεί με φωνές και αγκαλιές. Ο Αλβανός πρωθυπουργός εξηγούσε αργότερα ότι τα δικά του συγχαρητήρια αφορούσαν την προσπάθεια και δεν προανήγγειλαν το αποτέλεσμα. Ωστόσο, η δική του κίνηση παρέσυρε το ηγετικό πλήθος που ξέσπασε σε χειροκροτήματα για τη συμφωνία. Σχεδόν αναγκαστικά, Τσίπρας και Ζάεφ άνοιξαν πρώτοι τα μικρόφωνα για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους: η Σόφια τους είχε οδηγήσει «στα τελευταία βήματα», αλλά το Σκοπιανό δεν λύθηκε ακόμη. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο οποίος σχεδόν προεξοφλούσε τη συμφωνία, φάνηκε ολίγον απογοητευμένος. Ο Πολωνός – που αποτελεί κεντρικό δίαυλο της Ουάσιγκτον στην ευρωπαϊκή πολυκατοικία – ήταν εμφανές ότι είχε κινηθεί στο παρασκήνιο ακόμη και για υπογραφές στη βουλγαρική πρωτεύουσα.
Δύο εβδομάδες μετά, το σκηνικό έχει μεταφερθεί στο Μανχάταν και είναι διαφορετικό. Τα χαμόγελα δείχνουν πλέον συγκρατημένα και η διαπραγμάτευση επέστρεψε στον Κοτζιά και τον Ντιμιτρόφ, που περιμένουν να λειτουργήσει η «σοφία» του Μάθιου Νίμιτς. Το «Ιλιντεν», που φάνηκε να αποτελεί το «κλειδί» για να λυθούν τα δεσμά 25 ετών για Ελλάδα και ΠΓΔΜ, έχει μπει τελικά ανάμεσα στον Τσίπρα και τον Ζάεφ. Το πρόβλημα για την Αθήνα είναι ότι αυτό δεν έγινε με ευθύνη του Σκοπιανού. Το ξενύχτι στη Σόφια επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο Republika Ilindenska Makedonija και ο Ζάεφ είχε επιστρέψει στα Σκόπια με τη βεβαιότητα ότι με τον Τσίπρα είχαν δώσει τα χέρια. Οι υπογραφές θα ακολουθούσαν στις Πρέσπες, στις αρχές Ιουνίου, μέσα στη λάμψη των φλας κα τους ήχους των φιλαρμονικών. Αν στην εξίσωση είχε ήδη μπει και ο ΟΗΕ, τότε πράγματι ο Νίμιτς θα πρέπει να «σοφιστεί» κάτι ουσιαστικό, ώστε να μην καταλήξει η διαδικασία στον βάλτο – και ο «μουτζούρης» στην Αθήνα.
Ακόμη και σήμερα η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θεωρεί ότι η πίεση για μια συμφωνία βρίσκεται στην πλευρά των Σκοπίων. Η βασική θεωρία της ελληνικής κυβέρνησης είναι ότι η ΠΓΔΜ παραμένει μια χώρα ασταθής και απειλείται με διχοτομήσεις και τριχοτομήσεις (από αλβανόφωνους, σερβόφιλους κ.λπ.) εάν δεν καταφέρει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και δεν προσεγγίσει την ΕΕ. Η καταδίκη του Γκρούεφσκι για σκάνδαλα της δικής του διακυβέρνησης είναι επίσης ένα στοιχείο που δηλητηριάζει το πολιτικό κλίμα στη γείτονα και επιτείνει ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Με αυτή τη βεβαιότητα είχε φτάσει στη Σόφια και ο Τσίπρας. Το Ιλιντεν, ωστόσο, δεν προέκυψε στη βουλγαρική πρωτεύουσα, το είχαν ήδη συζητήσει μια εβδομάδα νωρίτερα ο Κοτζιάς με τον Ντιμιτρόφ στο Σούνιο. Συνεπώς, το Μαξίμου όχι μόνο συζητούσε μια νέα πρόταση, γνωρίζοντας όλες τις  (αλυτρωτικές) παραμέτρους, αλλά την έβλεπε σοβαρά ως βάση συμφωνίας. Πληροφορίες αναφέρουν, μάλιστα, ότι στη Σόφια ο Τσίπρας φρόντισε να συζητήσει διεξοδικά το ζήτημα και με τον Μπόικο Μπορίσοφ, προκειμένου να αποφευχθεί μια βουλγαρική αντίδραση. Η ερμηνεία ότι ο έλληνας Πρωθυπουργός αναζητεί απεγνωσμένα μια επιτυχία μέσω του Σκοπιανού, μάλλον δεν είναι αυθαίρετη και εξηγεί τη σπουδή.                
Δύο δεκαετίες μετά, ο Νίμιτς μπορεί να αντέξει ακόμη ένα «ναυάγιο» στο Σκοπιανό. Αλλά ο Τσίπρας δεν έχει χρόνο. Κι αυτό ο Ζόραν Ζάεφ έχει αντιληφθεί πως είναι το δικό του πλεονέκτημα.