Τα λίπη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: τα «καλά», τα «κακά» και τα… χειρότερα, με τα τρανς λιπαρά να ανήκουν στην τελευταία και συνεπώς την πλέον ανθυγιεινή κατηγορία. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κήρυξε πόλεμο εναντίον τους, εκπονώντας ένα σχέδιο που έχει στόχο να τα εξαλείψει από τη διατροφική αλυσίδα έως το 2023.
Στη χώρα μας οι επιστήμονες έχουν πρωτοστατήσει στον αγώνα αυτό, με την καθηγήτρια και πρόεδρο του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας Αντωνία Τριχοπούλου να επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ότι εδώ και χρόνια τα τρανς λιπαρά έχουν σχεδόν εξαλειφθεί από τα σχολικά κυλικεία.
Τι είναι όμως, τα τρανς λιπαρά και γιατί η επιστημονική κοινότητα τα βάζει στο στόχαστρο; Τα συγκεκριμένα λιπαρά αποτελούν στην πραγματικότητα υποπροϊόν της θερμικής επεξεργασίας των πολυακόρεστων λιπαρών. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για λίπη που έχουν υποστεί τη βιομηχανική διεργασία της υδρογόνωσης για να είναι ανθεκτικά στην οξείδωση και να έχουν στερεά τροφή.
Και δυστυχώς τα συναντά κανείς στις πιο γλυκές αλλά και αλμυρές διατροφικές «αμαρτίες»: σε γαριδάκια, πατατάκια, κάποια μπισκότα, σε αρτοσκευάσματα τύπου κρουασάν, σε έτοιμες ζύμες και σφολιάτες, σε τηγανητές πατάτες ταχυφαγείων και σε άλλα τυποποιημένα σνακ, καθώς και στις σκληρές μαργαρίνες αλλά και σε διάφορες έτοιμες σάλτσες.
Οι επιστήμονες πάλι προειδοποιούν ότι τα τρανς λιπαρά κάνουν στον ανθρώπινο οργανισμό διπλό κακό. Αφενός ανεβάζουν την ολική και την «κακή» χοληστερόλη και αφετέρου κατεβάζουν την «καλή» χοληστερόλη, αποτελώντας συνεπώς μια βραδυφλεγή βόμβα για το καρδιαγγειακό σύστημα.
Η απόδειξη; Σύμφωνα με μελέτες τα χειρότερα λίπη αυξάνουν κατά 21% τον κίνδυνο καρδιακών νόσων και κατά 28% τον κίνδυνο θανάτου. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγεσούς, διερωτάται: «Γιατί θα πρέπει τα παιδιά μας να έχουν ένα τόσο ανασφαλές συστατικό στις τροφές τους;».
Και παρόλο που επί δεκαετίες τα τρανς λιπαρά είναι δημοφιλή στους παρασκευαστές τηγανητών και ψητών σνακ επειδή έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής, οι ειδικοί του ΠΟΥ προωθούν ένα σχέδιο βάσει του οποίου σε βάθος πενταετίας η βιομηχανία τροφίμων θα μπορεί να υιοθετήσει εναλλακτικές και κυρίως υγιεινότερες επιλογές. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθούν 500.000 θάνατοι ετησίως από καρδιαγγειακές παθήσεις. Το ζητούμενο εντούτοις, σύμφωνα με την καθηγήτρια και πρόεδρο του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας Αντωνία Τριχοπούλου, είναι να υποβάλλονται τα επεξεργασμένα τρόφιμα σε τακτικούς ελέγχους. «Οι μαργαρίνες που χρησιμοποιούνται στα μαγειρεία και στα ταχυφαγεία είναι πιθανόν να περιέχουν πολλά τρανς οξέα λιπαρά, παρά τις σχετικές συστάσεις και νομοθεσίες ανά τον κόσμο».
Τα καλά νέα είναι ότι σε αρκετές χώρες έχουν ήδη σχεδόν εξαλείψει τα τρανς λιπαρά, θέτοντας όρια στις ποσότητες που επιτρέπονται στις συσκευασμένες τροφές. Μερικές έχουν απαγορεύσει εν μέρει τα υδρογονωμένα λίπη, κύρια πηγή των βιομηχανικής παραγωγής τρανς λιπαρών, επισημαίνει ο ΠΟΥ σε σχετική ανακοίνωση.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, καθώς σύμφωνα με την Αντωνία Τριχοπούλου έχουν εγκαίρως ληφθεί μέτρα για την προστασία των παιδιών. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τη νομοθεσία, τα κουλούρια, τα κριτσίνια, οι φρυγανιές και τα κράκερ που διακινούνται στις σχολικές καντίνες πρέπει να έχουν έως 0,1% τρανς λιπαρά.
Ο ίδιος περιορισμός ισχύει και για τις μπάρες δημητριακών και την πίτσα, ενώ σε ό,τι αφορά τα αρτοσκευάσματα τύπου σταφιδόψωμο, μουστοκούλουρα και μπισκότα, η νομοθεσία προβλέπει ότι η περιεκτικότητά τους σε τρανς λιπαρά δεν πρέπει να υπερβαίνει το 2% των ολικών λιπιδίων.

Αυξάνουν τον κίνδυνο για πρόωρο θάνατο
Πριν από περίπου τρία χρόνια, οι ερευνητές του Τμήματος Κλινικής Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ του Οντάριο, προσπάθησαν να ρίξουν φως στα σημεία που συνδέουν και στα σημεία που διαφοροποιούν τα τρανς από τα κορεσμένα λιπαρά. Στη μετα-ανάλυση που δημοσίευσαν στην έγκριτη ιατρική επιθεώρηση «British Medical Journal», αξιολόγησαν δεκάδες έρευνες πάνω στη σχέση αυτών των λιπών και στον τρόπο που επιδρούν στον οργανισμό και συνεπώς στην υγεία των ενηλίκων.
Οι έρευνες αυτές, που διήρκεσαν 7 έως 10 έτη, αφορούσαν πάνω από μισό εκατομμύριο ανθρώπους συνολικά. Οι επιστήμονες δεν μπόρεσαν να «κλειδώσουν» με βάση τα δεδομένα που συνέλεξαν την ξεκάθαρη συσχέτιση ανάμεσα στην αυξημένη κατανάλωση κορεσμένων λιπών και στην αυξημένη καρδιαγγειακή ή άλλης αιτιολογίας θνησιμότητα. 
Γι" αυτό και στην ίδια δημοσίευση επισήμαναν ότι χρειάζεται περαιτέρω μελέτη, ώστε να γίνει σαφές αν και σε ποιο βαθμό τα «κακά» λιπαρά επιβαρύνουν την υγεία. Διευκρίνισαν ωστόσο, ότι σε καμία περίπτωση δεν συνιστάται η αύξηση της κατανάλωσης κορεσμένων λιπών, καθώς δεν φαίνεται ότι κάτι τέτοιο θα ωφελούσε την υγεία. Ομως, για την περίπτωση των τρανς λιπαρών η εικόνα ήταν ξεκάθαρη, καθώς φάνηκε ότι αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο για πρόωρο θάνατο.